Από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας διέπρατταν απάτες με το πρόσχημα «υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστή».
Για τον τερματισμό της δράσης της πραγματοποιήθηκε μεσημβρινές ώρες της Τρίτης, 3 Μαρτίου 2026, στο Ζεφύρι Αττικής, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση, κατά την οποία εντοπίστηκε το «τηλεφωνικό κέντρο» της σπείρας ενώ συνελήφθησαν 6 μέλη της, μεταξύ των οποίων το αρχηγικό καθώς και ο συντονιστής των επιχειρησιακών ομάδων.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για απάτες, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, οι συλληφθέντες, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025, είχαν συστήσει εγκληματική οργάνωση με συγκεκριμένη δομή και διακριτούς ρόλους, με σκοπό τη διάπραξη απατών με το πρόσχημα «υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστή».
Η εγκληματική οργάνωση απαρτιζόταν αποκλειστικά από άτομα ίδιας φυλετικής καταγωγής και διέθετε διακριτή δομή, αποτελούμενη από τον «διευθυντή» – αρχηγικό μέλος, το «τηλεφωνικό κέντρο» και τις «επιχειρησιακές ομάδες».
Ως προς τον τρόπο δράσης (modus operandi),τα μέλη της οργάνωσης αναζητούσαν τυχαία ονοματεπώνυμα πολιτών από πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου και προέβαιναν καθημερινά στην πραγματοποίηση πλήθους τηλεφωνικών κλήσεων, παρουσιάζοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά, με σκοπό να τους εξαπατήσουν και να αποκομίσουν παράνομα κέρδη.
Ειδικότερα, οι «τηλεφωνητές» είχαν επιφορτιστεί με τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών, όπως και την ανεύρεση των υποψήφιων θυμάτων.
Ακολούθως, πραγματοποιούσαν τηλεφωνικές κλήσεις και αφού παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές και επικαλούνταν διάφορα προσχήματα όπως διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, δήλωση στην εφορία, ασφάλιση μετρητών ή τιμαλφών, έπειθαν τα θύματά τους να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή και να τα τοποθετήσουν σε σημείο με ελεύθερη πρόσβαση εντός ή εκτός της οικίας τους.
Στη συνέχεια, αναλάμβαναν οι επιχειρησιακές ομάδες που είχαν ρόλο «εισπράκτορα χρηματικών ποσών και τιμαλφών». Τα εν λόγω μέλη της οργάνωσης, χρησιμοποιώντας κυρίως ενοικιαζόμενα οχήματα, μετέβαιναν στις οικίες των θυμάτων και αφαιρούσαν ή παραλάμβαναν τα χρήματα, κοσμήματα ή άλλα τιμαλφή, με τη δικαιολογία της καταμέτρησης ή εκτίμησής τους.
Για να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους, προέβαιναν σε σύντομα χρονικά διαστήματα σε αλλαγή εγκατάστασης του «τηλεφωνικού κέντρου», καθώς και στη συνεχή αλλαγή των επιχειρησιακών τηλεφωνικών συνδέσεων και αριθμών.
Επιπλέον, στους χώρους όπου λειτουργούσαν τα τηλεφωνικά κέντρα είχαν τοποθετήσει κάγκελα ασφαλείας και εγκαταστήσει κυκλώματα παρακολούθησης, ώστε να αποτρέπουν και να αντιλαμβάνονται έγκαιρα τυχόν αστυνομική παρουσία.
Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- -20- κινητά τηλέφωνα,
- -22- κάρτες SIM,
- -10- επώνυμα ρολόγια,
- -4- χρυσές αλυσίδες,
- -2- δαχτυλίδια,
- -9- φυσίγγια των 9mm,
- καταγραφικό,
- -2- αυτοκίνητα, από τα οποία το ένα είχε χρησιμοποιηθεί τον Ιούλιο 2025 σε διάπραξη ληστείας με το πρόσχημα υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ και
- το χρηματικό ποσό των -3.900- ευρώ.
Μέχρις στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 40 περιπτώσεις απατών, με το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της οργάνωσης να υπερβαίνει τις 280.000 ευρώ.
Οι συλληφθέντες, με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.



