«Τελειώνουν με νομοσχέδια τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις» : Γρηγόρης Σερέτης, Βασίλης Τσιλιγιάννης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Βασίλης Τσιλιγιάννης, και μίλησε για την κατάσταση που επικρατεί στις Ένοπλες Δυνάμεις, τις μαζικές παραιτήσεις στελεχών και τις αλλαγές που προωθούνται μέσω νομοσχεδίων

focusfm.gr
7 Απριλίου 2026, 20:37
Η εικόνα που παρουσιάζεται σήμερα για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι απλώς ανησυχητική. Είναι, σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, βαθιά αποκαρδιωτική και επικίνδυνη για την ίδια την εθνική ασφάλεια της χώρας. Πίσω από τους αριθμούς, πίσω από τις επίσημες δηλώσεις και τα κυβερνητικά αφηγήματα περί «εκσυγχρονισμού», κρύβεται μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: ένα στράτευμα που αδειάζει από ανθρώπους, εξαντλείται επιχειρησιακά και μετασχηματίζεται με τρόπο που γεννά περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.
Η περσινή χρονιά χαρακτηρίστηκε ως χρονιά – ρεκόρ παραιτήσεων. Στελέχη με εμπειρία, εκπαίδευση και εξειδίκευση, που κόστισαν ακριβά στον ελληνικό λαό για να εκπαιδευτούν, εγκαταλείπουν τις θέσεις τους. Δεν πρόκειται για τυχαίο φαινόμενο, ούτε για μεμονωμένες περιπτώσεις. Πρόκειται για μαζική αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού, που αποδυναμώνει εκ των έσω την επιχειρησιακή ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων. Και το ερώτημα είναι απλό: γιατί φεύγουν;
Η εύκολη απάντηση είναι «για οικονομικούς λόγους». Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι στρατιωτικοί δεν εγκαταλείπουν μόνο λόγω χαμηλών αποδοχών. Φεύγουν γιατί οι συνθήκες ζωής έχουν γίνει ασφυκτικές. Φεύγουν γιατί καλούνται να υπηρετούν ασταμάτητα, να μετακινούνται συνεχώς, να ζουν μακριά από τις οικογένειές τους, να επιβαρύνονται οικονομικά ακόμα και για βασικές ανάγκες, όπως η στέγαση και οι μετακινήσεις.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου στελέχη δαπανούν έως και τα δύο τρίτα του μισθού τους για ενοίκια και έξοδα διαβίωσης. Σε μια περίοδο ακρίβειας, με τις τιμές να έχουν εκτοξευθεί, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική. Οι όποιες αυξήσεις δόθηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν ήδη εξανεμιστεί.
Και δεν είναι μόνο τα οικονομικά. Είναι και η ψυχολογική φθορά. Είναι οι συνεχείς αποστολές, η έλλειψη προσωπικού, η πίεση που αυξάνεται όσο οι παραιτήσεις πολλαπλασιάζονται. Όσο λιγότεροι μένουν, τόσο περισσότερο φορτώνονται αυτοί που απομένουν. Ένας φαύλος κύκλος που οδηγεί σε ακόμη περισσότερες αποχωρήσεις.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν συνδυάζεται με το δημογραφικό. Η Ελλάδα γερνάει. Οι νέοι λιγοστεύουν. Η προσέλκυση στο στράτευμα γίνεται ολοένα και δυσκολότερη. Οι στρατιωτικές σχολές λειτουργούν με πληρότητα κάτω του 50%, ενώ οι διαγωνισμοί για επαγγελματίες οπλίτες αποτυγχάνουν να καλύψουν τις ανάγκες.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, η χώρα βρίσκεται σε μια γεωπολιτικά ευαίσθητη περιοχή, με διαρκείς απειλές και αυξημένες απαιτήσεις άμυνας. Δεν πρόκειται για μια «ουδέτερη» χώρα χωρίς κινδύνους. Η Ελλάδα έχει σύνορα, έχει νησιά, έχει υποχρεώσεις και, κυρίως, έχει απέναντί της έναν διαρκώς ενεργό και απαιτητικό αντίπαλο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έρχεται να προστεθεί μια ακόμη διάσταση: οι αλλαγές που προωθούνται μέσω νομοσχεδίων. Αλλαγές που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν ενισχύουν το στράτευμα, αλλά το μετασχηματίζουν σε κάτι διαφορετικό.
Μιλάμε για μια μετάβαση από ένα μοντέλο εθνικού στρατού, προσανατολισμένου στην άμυνα και την υπεράσπιση της χώρας, σε ένα πιο «ευέλικτο» μοντέλο, με χαρακτηριστικά επαγγελματικού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιωτικοποιημένου στρατού.
Η συντήρηση οπλικών συστημάτων ανατίθεται σε ιδιώτες. Υπηρεσίες που μέχρι σήμερα εκτελούνταν από στρατιωτικό προσωπικό περνούν σε εξωτερικούς συνεργάτες. Το παράδειγμα των μαχητικών αεροσκαφών και των συμβάσεων συντήρησης δείχνει μια κατεύθυνση που, αν γενικευτεί, αλλάζει ριζικά τη δομή και τη φιλοσοφία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Παράλληλα, διατυπώνονται ανησυχίες για αλλαγή προσανατολισμού: από την εθνική άμυνα προς την εξυπηρέτηση διεθνών υποχρεώσεων και συμμαχιών. Ένας στρατός λιγότερο προσανατολισμένος στην υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και περισσότερο ενταγμένος σε ευρύτερα γεωπολιτικά σχέδια.
Αυτό, όμως, γεννά κρίσιμα ερωτήματα. Ποιος σχεδιάζει αυτή τη μετάβαση; Με ποια στρατηγική; Με ποιες εγγυήσεις; Υπάρχουν, επίσης, σοβαρές καταγγελίες για παρεμβάσεις στη στρατιωτική ηγεσία, για αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς την απαραίτητη επιχειρησιακή τεκμηρίωση, για σχέδια που επιβάλλονται «άνωθεν».
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται να προστεθεί και η σκιά των υποκλοπών. Το γεγονός ότι στρατιωτικοί, υψηλόβαθμοι αξιωματικοί και πολιτικά πρόσωπα φέρονται να έχουν παρακολουθηθεί, δημιουργεί ένα εκρηκτικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη διαβρώνεται και γεννιούνται υποψίες για πιθανούς εκβιασμούς ή πιέσεις.
Σε μια τέτοια κατάσταση, η συνοχή του στρατεύματος δεν είναι δεδομένη. Και χωρίς συνοχή, καμία άμυνα δεν μπορεί να σταθεί. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς επιχειρησιακό. Είναι βαθιά πολιτικό, στρατηγικό και εθνικό.
Η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει τι Ένοπλες Δυνάμεις θέλει. Θέλει έναν στρατό επαρκώς στελεχωμένο, με υψηλό ηθικό και σαφή αποστολή υπεράσπισης της χώρας; Ή έναν μικρότερο, ευέλικτο μηχανισμό, ενταγμένο σε διεθνείς δομές, με περιορισμένη εθνική αυτονομία; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με μισόλογα. Ούτε με επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Απαιτείται στρατηγική. Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Στήριξη των στελεχών. Κίνητρα για παραμονή και ένταξη νέων. Ενίσχυση της εκπαίδευσης και της φιλοπατρίας. Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι αριθμοί και εξοπλιστικά προγράμματα. Είναι άνθρωποι. Και αν αυτοί οι άνθρωποι συνεχίσουν να φεύγουν, κανένα νομοσχέδιο δεν θα μπορέσει να καλύψει το κενό.