«Θα μάθουμε ποτέ γιατί απανθρακώθηκαν τα θύματα στα Τέμπη;» : Γρηγόρης Σερέτης, Στέλλα Βαλάνη

Αποκαλύψεις και αμείλικτα ερωτήματα στην υπόθεση του εγκλήματος των Τεμπών

focusfm.gr
24 Απριλίου 2026, 20:14

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένη η Στέλλα Βαλάνη, δικηγόρος οικογενειών θυμάτων, και μίλησε για τις σοκαριστικές εξελίξεις γύρω από το έγκλημα των Τεμπών, τις χαμένες αποδείξεις, τις ευθύνες, και τη μάχη για τη διακρίβωση της αλήθειας.

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που δεν αφήνουν περιθώρια για μισόλογα. Στιγμές που η σιωπή γίνεται συνενοχή και η καθυστέρηση μετατρέπεται σε συγκάλυψη. Η υπόθεση των Τεμπών δεν είναι απλώς ένα τραγικό δυστύχημα. Είναι μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγεί, μια υπόθεση που όσο περνά ο χρόνος, αντί να ξεκαθαρίζει, βυθίζεται όλο και περισσότερο σε σκοτεινά ερωτήματα.

Το βασικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: θα μάθουμε ποτέ γιατί απανθρακώθηκαν άνθρωποι; Γιατί νέοι άνθρωποι, παιδιά στην πλειοψηφία τους, χάθηκαν με έναν τρόπο που σοκάρει ακόμα και σήμερα την κοινή λογική;

Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν στην εκπομπή, η εικόνα που διαμορφώνεται μόνο καθησυχαστική δεν είναι. Αντιθέτως, δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι κρίσιμα στοιχεία είτε χάθηκαν είτε αποκρύφθηκαν. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, υπάρχουν βίντεο από κάμερες που εμφανίζουν «κενά» ωρών, χρονικά διαστήματα που απλώς… εξαφανίστηκαν.

Και εδώ γεννάται το πρώτο μεγάλο ερώτημα: πώς γίνεται σε μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας να λείπουν τέσσερις κρίσιμες ώρες καταγραφής; Ποιος είχε πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία; Ποιος είχε τη δυνατότητα να τα επεξεργαστεί ή να τα αφαιρέσει; Οι απαντήσεις δεν έχουν δοθεί. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό.

Την ίδια στιγμή, έρχονται στο φως πληροφορίες για καταστροφή βιολογικού υλικού των θυμάτων μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Μια ενέργεια που, όπως ειπώθηκε, προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για το αν υπήρξε βιασύνη να «κλείσουν» κρίσιμα κομμάτια της έρευνας πριν προλάβουν να εξεταστούν σε βάθος.

Δεν είναι μόνο αυτό. Οι καταγγελίες για «ξεμπάζωμα» του χώρου από τις πρώτες ώρες, για αλλοίωση του τόπου του δυστυχήματος, για έλλειψη βασικών πρωτοκόλλων διερεύνησης, συνθέτουν ένα σκηνικό που απέχει πολύ από αυτό που θα περίμενε κανείς σε ένα κράτος δικαίου.

Και μέσα σε όλα αυτά, η λέξη που αποφεύγεται, η λέξη που «δεν υπάρχει» στο κατηγορητήριο, είναι η «έκρηξη». Παρά το γεγονός ότι μάρτυρες, εικόνες και τεχνικές αναφορές κάνουν λόγο για φαινόμενα που δεν συνάδουν με μια απλή σύγκρουση, το κατηγορητήριο, όπως επισημάνθηκε, δεν περιλαμβάνει τέτοιο αδίκημα.

Αν δεν πρόκειται για αμέλεια, τότε τι είναι; Αν δεν πρόκειται για συγκάλυψη, τότε πώς εξηγείται αυτή η αλληλουχία γεγονότων; Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο βαρύ όταν εξετάζει κανείς το ζήτημα της ασφάλειας των σιδηροδρόμων. Όπως τονίστηκε, η λειτουργία των τρένων γινόταν χωρίς τις απαραίτητες πιστοποιήσεις ασφαλείας, παρά τις ευρωπαϊκές οδηγίες που απαιτούσαν συγκεκριμένα μέτρα.

Δηλαδή, δεν μιλάμε απλώς για ένα ατύχημα. Μιλάμε για ένα σύστημα που λειτουργούσε με ελλείψεις, με παραλείψεις, με γνώση των κινδύνων και, όπως καταγγέλλεται, χωρίς τις απαραίτητες παρεμβάσεις. Και όταν ένα τέτοιο σύστημα αποτυγχάνει, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς τραγικό. Είναι εγκληματικό.

Παράλληλα, η πολυδιάσπαση της υπόθεσης σε δεκάδες επιμέρους δίκες δημιουργεί την αίσθηση ενός χαοτικού τοπίου. Δίκες που ξεκινούν και διακόπτονται, διαδικασίες που επαναλαμβάνονται, καθυστερήσεις που γεννούν τον φόβο της παραγραφής. Είναι άραγε τυχαίο αυτό το «μπέρδεμα»; Ή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πραγματικότητας όπου η αλήθεια χάνεται μέσα στη γραφειοκρατία και τις καθυστερήσεις;

Την ίδια ώρα, οι οικογένειες των θυμάτων συνεχίζουν έναν αγώνα που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Εκταφές, εξετάσεις, νομικές μάχες. Ολα αυτά όχι για εκδίκηση, αλλά για κάτι πολύ πιο βασικό: την αλήθεια. Γιατί, όπως ειπώθηκε με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, δεν πρόκειται για πόλεμο. Πρόκειται για διακρίβωση. Και αυτή η διακρίβωση φαίνεται πως δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Όσο περνά ο χρόνος, τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται. Ποιοι ήξεραν και δεν έδρασαν; Ποιοι είχαν την ευθύνη και δεν την ανέλαβαν; Ποιοι είχαν τα στοιχεία και δεν τα παρουσίασαν; Και κυρίως: ποιος θα λογοδοτήσει;

Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν αρκούν πλέον οι γενικόλογες απαντήσεις. Δεν αρκούν οι δηλώσεις, ούτε οι υποσχέσεις. Χρειάζονται πράξεις. Χρειάζεται διαφάνεια. Χρειάζεται δικαιοσύνη. Γιατί αν αυτή η υπόθεση μείνει στο σκοτάδι, τότε το μήνυμα που θα σταλεί είναι ξεκάθαρο και επικίνδυνο: ότι σε αυτή τη χώρα, ακόμα και οι πιο τραγικές απώλειες μπορούν να ξεχαστούν. Και αυτό, ίσως, είναι το πιο μεγάλο έγκλημα από όλα.

Η υπόθεση των Τεμπών δεν έχει τελειώσει. Αντίθετα, τώρα αρχίζει να αποκαλύπτει το πραγματικό της βάθος. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να ψάχνουν, να ρωτούν, να διεκδικούν, η αλήθεια όσο και αν κάποιοι την φοβούνται, θα βρει τον δρόμο της. Το ερώτημα είναι αν, όταν έρθει αυτή η στιγμή, θα υπάρχει ακόμα εμπιστοσύνη για να την αντέξει η κοινωνία.