«Παν μέτρον άριστον», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Μόνο που η σημερινή κοινωνία φαίνεται να έχει ξεχάσει ακόμη και αυτή την απλή αρχή. Περισσότερο έτοιμο φαγητό, περισσότερη ζάχαρη, περισσότερο αλάτι, περισσότερα επεξεργασμένα προϊόντα και λιγότερος χρόνος για ένα πραγματικό, σπιτικό τραπέζι.
Ο Δημήτρης Χατζηπέτρου έβαλε στο επίκεντρο της συζήτησης τη μεσογειακή διατροφή, επισημαίνοντας παράλληλα τη μεγάλη παρουσία των επεξεργασμένων τροφίμων στη σύγχρονη καθημερινότητα. Μίλησε για επεξεργασμένα κρέατα, συντηρητικά και την ανάγκη επιστροφής σε περισσότερο φυσικές τροφές, φρούτα, λαχανικά και φυτικές ίνες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία. Ζούμε στην Ελλάδα. Στη χώρα του ελαιόλαδου, της ελιάς, του ψαριού, των οσπρίων, της ντομάτας, των λαχανικών, του θυμαριού, της ρίγανης και του μελιού. Και όμως, γεμίσαμε τα ντουλάπια μας με σακούλες, κουτιά, έτοιμες σάλτσες, σνακ και τρόφιμα που μπορούν να παραμένουν στα ράφια για μήνες.
Πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι το «γρήγορο» είναι και καλύτερο; Πατατάκια, αναψυκτικά, γλυκά και έτοιμα γεύματα έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας πολλών οικογενειών. Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ενηλίκους. Αφορά πρωτίστως τα παιδιά.
Οι ρυθμοί της ζωής έχουν αλλάξει. Οι γονείς εργάζονται ατελείωτες ώρες, τρέχουν από το πρωί μέχρι το βράδυ και πολλές φορές δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε δύναμη για καθημερινό μαγείρεμα. Και τότε έρχεται η εύκολη λύση. Ένα έτοιμο γεύμα. Ένα σακουλάκι πατατάκια. Μια σοκολάτα. Ένα αναψυκτικό. Κάτι γρήγορο από το κυλικείο.
Μόνο που το «εύκολο» της μιας ημέρας μπορεί να μετατραπεί σε συνήθεια μιας ολόκληρης ζωής. Και κάπου εδώ το ζήτημα παύει να είναι αποκλειστικά διατροφικό. Γίνεται κοινωνικό. Γιατί όταν το ποιοτικό κρέας, το ψάρι, τα φρούτα και μια σειρά βασικών προϊόντων γίνονται ολοένα ακριβότερα, η σωστή διατροφή για πολλές οικογένειες παύει να αποτελεί απλώς θέμα προσωπικής επιλογής.
Γίνεται θέμα πορτοφολιού. Ο άνθρωπος που μετράει τα ευρώ για να βγάλει τον μήνα θα κοιτάξει πρώτα πόσο κοστίζει ένα προϊόν και μετά τι γράφει η ετικέτα του. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Και όσο κι αν κάποιοι θέλουν να μας παρουσιάζουν την υγιεινή διατροφή περίπου ως προσωπική ευθύνη του πολίτη, υπάρχει και μια ερώτηση που δεν γίνεται να αποφύγουμε: Μπορεί σήμερα κάθε ελληνική οικογένεια να αγοράζει την ποιότητα που πραγματικά θα ήθελε; Ή φτάσαμε στο σημείο το ποιοτικό φαγητό να μετατρέπεται σταδιακά σε προνόμιο;
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην κρυμμένη ζάχαρη. Γιατί ζάχαρη δεν βρίσκεται μόνο στο γλυκό που γνωρίζουμε ότι τρώμε. Μπορεί να υπάρχει σε έτοιμες σάλτσες, ψωμιά, γιαούρτια με γεύσεις και σε πολλά ακόμη τυποποιημένα προϊόντα. Και εκεί βρίσκεται η παγίδα.
Ο καταναλωτής μπορεί να πιστεύει ότι κάνει μια «light» επιλογή και, εάν δεν κοιτάξει προσεκτικά τη διατροφική ετικέτα, να μην αντιληφθεί τι πραγματικά καταναλώνει. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται ενημέρωση. Όχι πανικός. Όχι διατροφική τρομοκρατία. Ενημέρωση, Για να ξέρει ο πολίτης τι αγοράζει και τι βάζει καθημερινά στο πιάτο του.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη μιας σοβαρής ενημέρωσης: να δίνει στον κόσμο τη γνώση ώστε να μπορεί ο ίδιος να αποφασίζει. Δεν χρειάζεται να μας υποδείξει κανείς τι θα φάμε. Χρειάζεται όμως να ξέρουμε τι τρώμε. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Ένα ακόμη μεγάλο κεφάλαιο της συζήτησης ήταν τα ψάρια. Ο Δημήτρης Χατζηπέτρου υπογράμμισε τη διατροφική αξία τους και ιδιαίτερα των λιπαρών ψαριών, επισημαίνοντας όμως ότι έχει σημασία και το μέγεθός τους. Η λογική είναι απλή: όσο ανεβαίνουμε στη διατροφική αλυσίδα, τόσο μπορεί να αυξάνεται η συσσώρευση ορισμένων ρύπων και βαρέων μετάλλων. Γι’ αυτό και έδωσε έμφαση στα μικρότερα ψάρια.
Και εδώ η Ελλάδα έχει πάλι ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Σαρδέλα, γαύρος και άλλα μικρά ψάρια υπάρχουν στη δική μας διατροφική παράδοση εδώ και δεκαετίες. Δεν χρειάζεται λοιπόν να ανακαλύψουμε ξανά τον τροχό. Χρειάζεται να θυμηθούμε πώς τρώγαμε.
Να επιστρέψουμε σε μια λογική όπου το τραπέζι δεν αποτελεί έκθεση βιομηχανικών συσκευασιών, αλλά χώρο στον οποίο μπαίνουν πραγματικές πρώτες ύλες. Το ίδιο ισχύει και με το κρέας. Η συζήτηση δεν οδηγήθηκε στο ακραίο συμπέρασμα «μην τρώτε κρέας». Το αντίθετο. Ο Χατζηπέτρου επέμεινε στη λογική του μέτρου και ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί υγιεινή την καθημερινή κατανάλωση κρέατος.
Έδωσε μάλιστα έναν απλό πρακτικό κανόνα για την ποσότητα: περίπου όσο το μέγεθος της παλάμης, χωρίς τα δάχτυλα. Γιατί αυτό είναι τελικά το μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας. Χάσαμε το μέτρο. Από τη μία έχουμε ανθρώπους που καταναλώνουν καθημερινά τεράστιες ποσότητες κρέατος και πρωτεΐνης επειδή κάποιος influencer τούς είπε ότι αυτή είναι η νέα «θαυματουργή» δίαιτα.
Από την άλλη έχουμε εκείνους που αποκλείουν ολόκληρες κατηγορίες τροφίμων επειδή διάβασαν μια ανάρτηση στο διαδίκτυο. Και κάπου ανάμεσα βρίσκεται η επιστήμη. Η οποία δεν λειτουργεί με μόδες. Η οποία οφείλει να εξετάζει τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.
Ιδιαίτερη προειδοποίηση υπήρξε μάλιστα για την υπερβολική πρόσληψη πρωτεΐνης. Ο Χατζηπέτρου τόνισε ότι η διατροφή πρέπει να εξατομικεύεται και ότι δεν είναι σοβαρό να λέμε σε όλους ανεξαιρέτως «φάτε όση πρωτεΐνη θέλετε», χωρίς να γνωρίζουμε την κατάσταση της υγείας και ιδιαίτερα τη νεφρική λειτουργία του κάθε ανθρώπου.
Αυτό ακριβώς πρέπει να κρατήσει ο κόσμος. Δεν υπάρχει μια δίαιτα για όλους. Δεν είμαστε αριθμοί σε ένα πρόγραμμα του διαδικτύου. Δεν έχουμε όλοι τον ίδιο οργανισμό, τις ίδιες ανάγκες, την ίδια ηλικία, την ίδια φυσική δραστηριότητα ή το ίδιο ιατρικό ιστορικό. Και γι’ αυτό η διατροφή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με συνθήματα.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και το ελαιόλαδο. Το προϊόν που αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο διατροφικό όπλο της ελληνικής γης. Το ελαιόλαδο έχει θέση στη διατροφή μας, στη σαλάτα και στο μαγειρευτό φαγητό. Όμως και εδώ χρειάζεται λογική στη χρήση και κυρίως προσοχή στο επανειλημμένο τηγάνισμα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε επίσης στα καμένα και υπερβολικά ξεροψημένα τρόφιμα. Εκεί πρέπει να ανάψει ένα κόκκινο λαμπάκι στον καταναλωτή. Το «να γίνει κάρβουνο γιατί έτσι μου αρέσει» δεν είναι απαραίτητα η καλύτερη επιλογή. Ο Χατζηπέτρου ήταν σαφής ότι τα μαυρισμένα και καμένα σημεία καλό είναι να αποφεύγονται, συνδέοντας την υπερβολική θερμική επεξεργασία με ανεπιθύμητες χημικές μεταβολές στα τρόφιμα.
Και βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει από τη συζήτηση το αυγό. Ένα τρόφιμο που για δεκαετίες βρέθηκε στο εδώλιο λόγω της χοληστερίνης και στη συνέχεια επανεξετάστηκε μέσα από νεότερα επιστημονικά δεδομένα. Η ουσία και εδώ ήταν μία. Μέτρο. Όχι δέκα αυγά επειδή κάποιος αποφάσισε ότι «η πρωτεΐνη κάνει καλό». Όχι όμως και δαιμονοποίηση ενός ολόκληρου τροφίμου.
Υπήρξε όμως και ένα σημείο της συζήτησης που πρέπει να προβληματίσει ιδιαίτερα τους γονείς. Τα ενεργειακά ποτά. Η κατανάλωσή τους από ολοένα μικρότερες ηλικίες παρουσιάστηκε ως κάτι που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, ειδικά όταν γίνεται συστηματικά. Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η ανάμιξή τους με αλκοόλ, πρακτική που συναντάται συχνά στη νυχτερινή διασκέδαση.
Εδώ δεν χωρούν χαμόγελα και αδιαφορία. Όταν ένα παιδί ή ένας έφηβος συνηθίζει να αντιμετωπίζει ένα κουτάκι γεμάτο διεγερτικές ουσίες σαν να είναι νερό, υπάρχει ζήτημα ενημέρωσης. Και η ενημέρωση πρέπει να ξεκινά από το σπίτι και το σχολείο. Όχι όταν εμφανιστεί το πρόβλημα. Πριν εμφανιστεί.
Στο μικροσκόπιο μπήκε και το αλκοόλ, αλλά κυρίως η υπερβολή στην κατανάλωσή του. Η μπύρα, για παράδειγμα, μπορεί να προσθέσει σημαντικές θερμίδες όταν η κατανάλωση ξεφεύγει, ενώ ο ίδιος ο Σερέτης έβαλε με τον χαρακτηριστικό τρόπο του στη συζήτηση και τη γνωστή «μπυροκοιλιά».
Και κάπως έτσι φτάνουμε σε έναν ακόμη μεγάλο εχθρό της σύγχρονης ζωής. Το σπλαχνικό και κοιλιακό λίπος. Η απάντηση δεν βρίσκεται σε κάποιο μαγικό χάπι. Ούτε σε κάποια «θαυματουργή» δίαιτα επτά ημερών. Ισορροπημένη διατροφή, θερμιδικό έλλειμμα όπου χρειάζεται και άσκηση ήταν οι βασικοί άξονες που παρουσιάστηκαν στη συζήτηση.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο περπάτημα και γενικότερα στην αερόβια δραστηριότητα. Γιατί έχουμε μάθει να ψάχνουμε τη δύσκολη λύση όταν πολλές φορές η βάση βρίσκεται στα απλά. Να περπατήσουμε. Να κινηθούμε.
Να μαγειρέψουμε. Να διαβάσουμε την ετικέτα. Να πιούμε νερό.
Να περιορίσουμε τα υπερεπεξεργασμένα προϊόντα. Να μη θεωρούμε φυσιολογικό ότι κάθε ημέρα πρέπει να καταναλώνουμε αναψυκτικά, γλυκά, έτοιμες σάλτσες και συσκευασμένα σνακ.
Και πάνω απ’ όλα να σταματήσουμε να πιστεύουμε κάθε «γκουρού» του διαδικτύου που εμφανίζεται ξαφνικά στην οθόνη μας και υπόσχεται ότι ανακάλυψε τη μία τροφή που θεραπεύει τα πάντα ή τη μία τροφή που πρέπει να εξαφανίσουμε για πάντα.
Η ανθρώπινη διατροφή είναι πολύ σοβαρότερη υπόθεση. Το μήνυμα λοιπόν από τη συζήτηση του Γρηγόρη Σερέτη με τον Δημήτρη Χατζηπέτρου δεν είναι να φοβηθούμε το φαγητό. Είναι να αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε. Να απαιτούμε να γνωρίζουμε τι αγοράζουμε. Να διαβάζουμε τις ετικέτες. Να επιστρέψουμε όσο μπορούμε στις πραγματικές πρώτες ύλες.
Να μάθουμε ξανά στα παιδιά μας ότι κολατσιό δεν σημαίνει υποχρεωτικά σακουλάκι και ότι φαγητό δεν σημαίνει υποχρεωτικά delivery. Και η Πολιτεία από την πλευρά της οφείλει να αντιληφθεί κάτι ακόμη:Η σωστή διατροφή δεν μπορεί να είναι πολυτέλεια. Δεν μπορεί να ζητάς από μια οικογένεια να τρέφεται σωστά και την ίδια στιγμή να βλέπει τις τιμές βασικών ποιοτικών τροφίμων να δοκιμάζουν καθημερινά το πορτοφόλι της.
Η δημόσια υγεία αρχίζει πολύ πριν από το νοσοκομείο. Αρχίζει στο χωράφι. Συνεχίζεται στο ράφι. Και καταλήγει στο πιάτο. Εκεί κρίνεται καθημερινά ένα μεγάλο μέρος της μάχης. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «τι απαγορεύεται να φάμε;». Το πραγματικό ερώτημα είναι: Ξέρουμε τι τρώμε;
Και αν δεν ξέρουμε, τότε ήρθε η ώρα να μάθουμε. Για εμάς. Για τα παιδιά μας. Και για μια Ελλάδα που διαθέτει μία από τις σπουδαιότερες διατροφικές παραδόσεις στον κόσμο και δεν έχει κανέναν λόγο να την ανταλλάξει με ένα σακουλάκι υπερεπεξεργασμένης «ευκολίας».
Γιατί στο τέλος της ημέρας η υγεία δεν αγοράζεται από κανένα ράφι. Χτίζεται καθημερινά. Μπουκιά τη μπουκιά.



