Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φθορά της εξαετούς διακυβέρνησης, την ακρίβεια που επιμένει να στραγγαλίζει τα νοικοκυριά και μια κοινωνία που εμφανίζεται όλο και πιο δύσπιστη απέναντι στις κυβερνητικές εξαγγελίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να δώσει μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης επιχειρώντας να εκπέμψει μήνυμα σιγουριάς, σταθερότητας και πολιτικής κυριαρχίας.
Το πρόβλημα όμως για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι η πραγματικότητα έξω από τα τηλεοπτικά στούντιο παραμένει πολύ πιο σκληρή από την εικόνα που προσπαθεί να παρουσιάσει.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για την οικονομία, για την ανάπτυξη, για την πορεία της χώρας και για το μέλλον. Την ίδια στιγμή όμως αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι οι αυξήσεις που δόθηκαν στους μισθούς συχνά εξανεμίζονται από την ακρίβεια, μια διαπίστωση που δεν αποτελεί κάποια αποκάλυψη αλλά την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών που βλέπουν το εισόδημά τους να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Γιατί μπορεί οι αριθμοί να ευημερούν στους πίνακες του υπουργείου Οικονομικών, μπορεί οι δείκτες να παρουσιάζουν βελτίωση και μπορεί η κυβέρνηση να μιλά διαρκώς για επιτυχίες, όμως ο πολίτης δεν ζει μέσα σε στατιστικές. Ζει μπροστά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς του ρεύματος, στα ενοίκια που έχουν εκτοξευθεί και σε μια καθημερινότητα που γίνεται ολοένα και πιο ακριβή.
Και όσο το Μαξίμου επιμένει να μιλά για τη μεγάλη εικόνα, τόσο περισσότεροι πολίτες αναρωτιούνται αν υπάρχει κάποιος που ασχολείται με τη δική τους εικόνα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η επιμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποκλείσει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών και να μεταφέρει τον εκλογικό ορίζοντα στο 2027. Ωστόσο, παρά τις διαβεβαιώσεις περί θεσμικής κανονικότητας, η συνέντευξη έμοιαζε σε πολλά σημεία με πρόωρη προεκλογική εκστρατεία.
Αυτοδυναμία, σταθερότητα, ισχυρή κυβέρνηση, αποφυγή περιπετειών. Το μήνυμα επαναλαμβανόταν σχεδόν μονότονα.
Σαν να γνωρίζει ήδη το κυβερνητικό επιτελείο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει δεν είναι η αντιπολίτευση, αλλά η κόπωση μιας κοινωνίας που ακούει τις ίδιες υποσχέσεις εδώ και χρόνια και περιμένει ακόμη να δει ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητά της.
Ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσε η προσπάθεια του πρωθυπουργού να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε προσωπική αναμέτρηση με όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Το δίλημμα που επιχείρησε να θέσει ήταν απλό.
«Εγώ ή οι άλλοι».
Μόνο που μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης, οι πολίτες ίσως να μην αναζητούν πλέον ποιος είναι καλύτερος από τον αντίπαλό του, αλλά τι κατάφερε πραγματικά εκείνος που κυβερνά.
Γιατί η φθορά της εξουσίας δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακά διλήμματα.
Αντιμετωπίζεται με αποτελέσματα και εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο άγχος του Μαξίμου.
Στο κεφάλαιο των Τεμπών, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση στη δράση οργανωμένων λογαριασμών και εξωτερικών παρεμβάσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μόνο που το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν βρίσκεται στα πληκτρολόγια.
Βρίσκεται στην οργή μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να ζητά απαντήσεις, στις οικογένειες των θυμάτων, σε όσους αισθάνονται ότι η υπόθεση αυτή άφησε βαθύ αποτύπωμα στην εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.
Και όσο η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει αυτό το κεφάλαιο, τόσο περισσότερο φαίνεται να το βρίσκει μπροστά της.
Στο τέλος της βραδιάς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να εμφανιστεί ως ο μοναδικός παράγοντας σταθερότητας σε ένα πολιτικό σκηνικό που περιγράφει ως κατακερματισμένο και αδύναμο.
Όμως η πολιτική δεν κρίνεται από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις, αλλά κρίνεται από το αν ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής, αν μπορεί να πληρώσει το νοίκι του, αν μπορεί να γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ και αν πιστεύει ότι η ζωή του πηγαίνει καλύτερα από χθες.
Γιατί όσο το Μαξίμου μιλά για σταθερότητα, ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μιλά για επιβίωση.Και όταν η απόσταση ανάμεσα στις δύο αυτές λέξεις μεγαλώνει επικίνδυνα, τότε κανένα τηλεοπτικό στούντιο και καμία καλοστημένη συνέντευξη δεν αρκούν για να τη γεφυρώσουν.


