Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα», στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε σήμερα καλεσμένος ο Γιώργος Ρεθυμιωτάκης, ένας άνθρωπος που γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να ζει κάποιος με αναπηρία στην Ελλάδα. Η συζήτηση δεν περιορίστηκε σε γενικόλογες διαπιστώσεις ούτε σε ευχολόγια. Αντίθετα, ανέδειξε συγκεκριμένα προβλήματα που, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, αντιμετωπίζουν καθημερινά χιλιάδες συμπολίτες μας και τα οποία παραμένουν άλυτα εδώ και δεκαετίες.
Το ερώτημα που τέθηκε από την αρχή της συνέντευξης ήταν ιδιαίτερα βαρύ: φτάνουν πραγματικά τα χρήματα που διαθέτει το κράτος για τα άτομα με αναπηρία στους πραγματικούς δικαιούχους ή χάνονται μέσα σε ένα σύστημα γραφειοκρατίας, κακοδιαχείρισης και λανθασμένων επιλογών; Πρόκειται για ένα ερώτημα που προκαλεί εύλογο προβληματισμό και το οποίο ο καλεσμένος προσέγγισε μέσα από τη δική του προσωπική εμπειρία και την πολυετή ενασχόλησή του με τα ζητήματα της αναπηρίας.
Ο Γιώργος Ρεθυμιωτάκης περιέγραψε ότι ζει με αναπηρία από την ηλικία των δυόμισι ετών και έχει υποβληθεί σε δεκάδες χειρουργικές επεμβάσεις. Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να δημιουργήσει οικογένεια, να εργαστεί, να αποκτήσει επαγγελματική δραστηριότητα και να σταθεί όρθιος απέναντι στις αντιξοότητες. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν θεωρεί την αναπηρία αδυναμία αλλά δύναμη, αρκεί η Πολιτεία να δίνει στους ανθρώπους τα κατάλληλα μέσα ώστε να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η προσβασιμότητα. Όπως εξήγησε, οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με πεζοδρόμια που δεν επιτρέπουν τη διέλευση, δημόσια κτίρια χωρίς επαρκείς υποδομές, μέσα μεταφοράς που δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες τους και υπηρεσίες που δυσκολεύουν αντί να διευκολύνουν την καθημερινότητά τους. Κατά την άποψή του, ακόμη και οι στοιχειώδεις μετακινήσεις μετατρέπονται πολλές φορές σε πραγματική δοκιμασία.
Αναφορικά με τον εξοπλισμό που απαιτείται για την καθημερινότητα ενός ατόμου με αναπηρία, ο καλεσμένος σημείωσε πως ένα σύγχρονο αναπηρικό αμαξίδιο μπορεί να κοστίζει περισσότερο ακόμη και από ένα αυτοκίνητο, ενώ πολλά από τα απαραίτητα ορθοπεδικά βοηθήματα ή τεχνικά μέσα, είτε αποζημιώνονται με μεγάλες καθυστερήσεις είτε δεν καλύπτονται επαρκώς. Το αποτέλεσμα είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι με αναπηρία ή οι οικογένειές τους να επιβαρύνονται οικονομικά για να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Ένα ακόμη ζήτημα που ανέδειξε αφορά τον θεσμό του προσωπικού βοηθού. Όπως εξήγησε, ιδιαίτερα οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι με αναπηρία, έχουν αυξημένες ανάγκες υποστήριξης στην καθημερινότητά τους. Παρότι έχουν γίνει ορισμένες βελτιώσεις, ο ίδιος θεωρεί ότι οι παροχές παραμένουν ανεπαρκείς και ότι αρκετοί συμπολίτες μας εξακολουθούν να μένουν χωρίς την απαραίτητη βοήθεια. Μάλιστα, περιέγραψε περιστατικό κατά το οποίο χρειάστηκε η παρέμβαση της Πυροσβεστικής για να μεταφερθεί ένας άνθρωπος στο σπίτι του, επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη υποστήριξη από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Ο κ, Ρεθυμιωτάκης τόνισε επίσης ότι πολλές φορές οι αποφάσεις για τα ζητήματα της αναπηρίας λαμβάνονται χωρίς να ακούγεται η γνώμη των ίδιων των ανθρώπων που βιώνουν καθημερινά αυτές τις δυσκολίες. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η Πολιτεία θα έπρεπε πρώτα να ρωτά τους ίδιους ποια είναι τα πραγματικά προβλήματά τους και στη συνέχεια να σχεδιάζει τις πολιτικές της, αντί να αποφασίζουν άλλοι εξ ονόματός τους.
Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι απαιτείται αυστηρότερος έλεγχος στον τρόπο με τον οποίο διατίθενται τα κονδύλια που προορίζονται για τα άτομα με αναπηρία. Σύμφωνα με τον ίδιο, θα πρέπει να αξιολογείται αν οι παροχές φτάνουν πράγματι στους ανθρώπους που τις έχουν ανάγκη και αν αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Υποστήριξε επίσης ότι υπάρχουν οργανισμοί και φορείς που λειτουργούν με ελάχιστα μέσα και προσφέρουν ουσιαστικό έργο, ενώ άλλοι, παρά τη σημαντική χρηματοδότηση που λαμβάνουν, δεν παρουσιάζουν αντίστοιχο αποτέλεσμα.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στις διαδικασίες πιστοποίησης της αναπηρίας και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες όταν έρχονται αντιμέτωποι με τη γραφειοκρατία. Σύμφωνα με τον καλεσμένο, οι επιτροπές που καλούνται να αξιολογήσουν την κατάσταση ενός ανθρώπου πολλές φορές βασίζονται αποκλειστικά σε έγγραφα και γνωματεύσεις, χωρίς να εξετάζουν ουσιαστικά την πραγματική εικόνα και τις ανάγκες του ενδιαφερομένου. Κατά την άποψή του, απαιτείται ένα πιο ανθρώπινο και πιο αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης, το οποίο θα αποδίδει δίκαια τα ποσοστά αναπηρίας και θα αποφεύγει αδικίες που ταλαιπωρούν τους πολίτες.
Ο ίδιος επισήμανε ακόμη ότι εκπροσωπεί εκατοντάδες ανθρώπους με αναπηρία και σχεδόν καθημερινά δέχεται παράπονα για καθυστερήσεις, δυσλειτουργίες και προβλήματα στις μετακινήσεις, στις υπηρεσίες και στις κοινωνικές παροχές. Όπως είπε, οι περισσότερες καταγγελίες αφορούν ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν λυθεί εδώ και χρόνια, εάν υπήρχε πραγματική πολιτική βούληση και αποτελεσματικός σχεδιασμός.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκε και ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα: οι καταγγελίες ότι στο παρελθόν υπήρξαν περιπτώσεις ανθρώπων που έλαβαν επιδόματα ή παροχές χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις, την ώρα που άλλοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες, περίμεναν για μήνες ή και χρόνια να δικαιωθούν.
Ο Γρηγόρης Σερέτης υπενθύμισε παλαιότερες γνωστές υποθέσεις που απασχόλησαν την ελληνική κοινωνία, όπως εκείνη με τα παράνομα επιδόματα τυφλότητας στη Ζάκυνθο, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές στερούν πολύτιμους πόρους από όσους έχουν πραγματική ανάγκη.
Από την πλευρά του, ο Γιώργος Ρεθυμιωτάκης υποστήριξε πως όταν τα χρήματα δεν καταλήγουν στους πραγματικούς δικαιούχους, ζημιώνονται πρωτίστως οι άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά με σοβαρές δυσκολίες. Τόνισε ότι κάθε ευρώ που προορίζεται για την αναπηρία θα πρέπει να αξιοποιείται με απόλυτη διαφάνεια και να φτάνει εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται, χωρίς σπατάλες, καθυστερήσεις ή αδιαφανείς διαδικασίες.
Ένα ακόμη ζήτημα που ανέδειξε ήταν η ανάγκη συνεχούς ελέγχου όλων των φορέων που διαχειρίζονται δημόσιους πόρους για τα άτομα με αναπηρία. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αρκεί να ανακοινώνονται προγράμματα ή να εγκρίνονται χρηματοδοτήσεις. Χρειάζεται ουσιαστική αξιολόγηση του έργου που παράγεται, ώστε να διαπιστώνεται εάν οι δομές λειτουργούν αποτελεσματικά και αν προσφέρουν πραγματική βοήθεια στους ανθρώπους που τις έχουν ανάγκη.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στις μεγάλες οικονομικές επιβαρύνσεις που καλούνται να καλύψουν πολλές οικογένειες. Εκτός από τα αναπηρικά αμαξίδια και τα τεχνικά βοηθήματα, υπάρχουν θεραπείες, φυσικοθεραπείες, εξειδικευμένος εξοπλισμός και συνεχείς ανάγκες που αυξάνουν σημαντικά το κόστος ζωής. Όπως υποστήριξε, η κρατική στήριξη συχνά δεν επαρκεί για να καλύψει αυτές τις πραγματικές ανάγκες, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν οικονομικά.
Ο Γρηγόρης Σερέτης, από την πλευρά του, επισήμανε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα άτομα με αναπηρία αλλά συνολικά την κοινωνία. Όπως τόνισε, ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος αντιμετωπίζει τους πιο ευάλωτους πολίτες του αποτελεί δείκτη πολιτισμού, κοινωνικής ευαισθησίας και αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, κάθε καταγγελία που αφορά κακοδιαχείριση ή αδικίες οφείλει να διερευνάται με σοβαρότητα και διαφάνεια.
Ενα ακόμη σημαντικό ζήτημα που τέθηκε, είναι κατά πόσο η Πολιτεία ακούει πραγματικά τους ανθρώπους που βιώνουν καθημερινά την αναπηρία. Ο κ. Ρεθυμιωτάκης αποκάλυψε ότι έχει απευθυνθεί επανειλημμένα στο αρμόδιο υπουργείο, καταθέτοντας προτάσεις και αιτήματα που αφορούν τη βελτίωση της καθημερινότητας των ατόμων με αναπηρία.
Όπως ανέφερε, έχει ζητήσει ακόμη και τη δημιουργία ενός σύγχρονου εργαστηρίου, μέσα από το οποίο θα μπορούν να παρουσιάζονται στην πράξη οι δυνατότητες των ατόμων με αναπηρία, καθώς και λύσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο, όπως υποστήριξε, μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει ουσιαστική ανταπόκριση.
Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης που πολλές φορές χωρίζει τις εξαγγελίες από την πραγματικότητα. Όπως είπε, δεν αρκούν οι δημόσιες δηλώσεις συμπαράστασης ούτε οι επικοινωνιακές ανακοινώσεις. Αυτό που χρειάζονται οι άνθρωποι με αναπηρία είναι συγκεκριμένες παρεμβάσεις, γρήγορες λύσεις και πολιτικές που θα κάνουν την καθημερινότητά τους ευκολότερη και αξιοπρεπέστερη.
Από την συζήτηση κατέστη σαφές ότι η κοινωνία οφείλει να αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία ως ισότιμους πολίτες και όχι ως ανθρώπους που χρειάζονται απλώς φιλανθρωπία ή περιστασιακή συμπόνια. Η ισότιμη πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες, στην εργασία, στην εκπαίδευση, στις μεταφορές και στην κοινωνική ζωή δεν αποτελεί προνόμιο αλλά θεμελιώδες δικαίωμα, κατοχυρωμένο τόσο από το ελληνικό Σύνταγμα όσο και από τις διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία.
Ο Γρηγόρης Σερέτης επανέλαβε ότι όταν υπάρχουν καταγγελίες για αδικίες, κακοδιαχείριση ή δυσλειτουργίες, αυτές πρέπει να διερευνώνται από τις αρμόδιες αρχές με απόλυτη διαφάνεια. Παράλληλα, υπογράμμισε πως κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος που προορίζεται για κοινωνικές παροχές πρέπει να καταλήγει στους πραγματικούς δικαιούχους και να αξιοποιείται αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται. Μόνο έτσι μπορεί να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και να διασφαλιστεί ότι όσοι έχουν πραγματική ανάγκη δεν θα στερούνται την απαραίτητη στήριξη.
Η συνέντευξη άφησε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: πίσω από τους αριθμούς, τις επιδοτήσεις και τις κρατικές δομές υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται καθημερινά για μια καλύτερη ζωή. Άνθρωποι που ζητούν να μπορούν να μετακινούνται με ασφάλεια, να εργάζονται, να εξυπηρετούνται από τις δημόσιες υπηρεσίες χωρίς ταλαιπωρία και να έχουν πρόσβαση στον εξοπλισμό και στις υπηρεσίες που χρειάζονται.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις που μπορεί να υπάρχουν για επιμέρους ζητήματα, η ανάγκη για ουσιαστική στήριξη των ατόμων με αναπηρία αποτελεί κοινό τόπο. Η βελτίωση της προσβασιμότητας, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ταχύτερη απονομή παροχών, η ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών και η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαχείριση των δημόσιων πόρων είναι ζητήματα που αφορούν συνολικά την ελληνική κοινωνία.
Η συγκεκριμένη συνέντευξη δεν έδωσε όλες τις απαντήσεις ούτε έκλεισε το θέμα. Αντίθετα, άνοιξε έναν ευρύτερο δημόσιο διάλογο για το κατά πόσο οι πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρία.
Το βέβαιο είναι ότι η αξιοπρέπεια, η ισότητα και η προσβασιμότητα δεν μπορούν να παραμένουν διαχρονικά αιτήματα. Αποτελούν υποχρέωση κάθε σύγχρονου κράτους δικαίου και μέτρο του πολιτισμού μιας κοινωνίας που θέλει να σέβεται όλους τους πολίτες της, χωρίς εξαιρέσεις.


