«Ποιος θα είναι ο νέος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας;» : Γρηγόρης Σερέτης, Γιώργος Βασιλειάδης

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – άνοιξε μια συζήτηση που για πολλούς μπορεί να μοιάζει πρόωρη, αλλά μόνο πρόωρη δεν είναι: Ποιος θα μπορούσε να διαδεχθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και τι θα απομείνει από το σημερινό κυβερνητικό οικοδόμημα όταν έρθει εκείνη η ώρα ;

focusfm.gr
26 Αυγούστου 2026, 21:25

Στην πολιτική οι μεγάλες μάχες δεν ξεκινούν όταν ανακοινώνονται. Ξεκινούν πολύ νωρίτερα. Στους διαδρόμους, στα πολιτικά γραφεία, στις δημοσκοπήσεις, στις εσωκομματικές ισορροπίες και στις συζητήσεις για την «επόμενη ημέρα».

Και σήμερα υπάρχει ένα ερώτημα που αιωρείται πάνω από τη Νέα Δημοκρατία: Μετά τον Μητσοτάκη, ποιος;

Η συζήτηση στην εκπομπή ξεκίνησε από την ίδια την εκλογική αριθμητική. Στη δημοσκόπηση που αναλύθηκε, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται με 26,5% στην πρόθεση ψήφου, ενώ εκτιμάται ότι με επιστροφή ενός τμήματος των αναποφάσιστων θα μπορούσε να προσεγγίσει το 30%. Ταυτόχρονα όμως εκφράστηκε έντονη αμφισβήτηση για το κατά πόσο αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματική κοινωνική κατάσταση.

Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο γράφει σήμερα η Νέα Δημοκρατία στις μετρήσεις. Το κρίσιμο είναι ποιοι έχουν φύγει, γιατί έφυγαν και κυρίως, αν μπορούν να επιστρέψουν.

Ένα σημαντικό μέρος των ανθρώπων που απομακρύνθηκαν από τη Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται σήμερα είτε αναποφάσιστο είτε έτοιμο να κινηθεί προς άλλους πολιτικούς χώρους. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο καμπανάκι για το Μέγαρο Μαξίμου.

Η κυβέρνηση μπορεί να προσπαθήσει να αλλάξει το κλίμα με τις εξαγγελίες της ΔΕΘ, φορολογικές παρεμβάσεις, επιδόματα και οικονομικές ενισχύσεις. Όμως, σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρθηκαν στην εκπομπή σε έρευνα μεταξύ ανθρώπων που είχαν ψηφίσει ΝΔ αλλά σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι ή επιλέγουν άλλο κόμμα, η συντριπτική πλειονότητα φέρεται να δηλώνει ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ δεν πρόκειται να αλλάξουν την άποψή της.

Αν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί στην κάλπη, τότε το μήνυμα είναι σκληρό: Το πρόβλημα δεν λύνεται πλέον μόνο με επιδόματα. Δεν αγοράζεται εύκολα η πολιτική εμπιστοσύνη όταν αυτή έχει χαθεί.

Ο πολίτης που αισθάνεται ότι η καθημερινότητά του έχει γίνει δυσκολότερη, ότι η φορολογία τον πνίγει, ότι η ακρίβεια καταβροχθίζει τον μισθό του και ότι το κράτος θυμάται την ύπαρξή του λίγο πριν από την κάλπη, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα επιστρέψει επειδή θα ακούσει μία ακόμη εξαγγελία.

Και ακριβώς εκεί αρχίζει η συζήτηση για την επόμενη ηγεσία. Στην εκπομπή τέθηκε ευθέως το δίλημμα: Κυριάκος Πιερρακάκης ή Νίκος Δένδιας;

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην εσωτερική πολιτική γεωγραφία της σημερινής Νέας Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή, μεταξύ όσων δηλώνουν σήμερα ψηφοφόροι της ΝΔ, το 54% αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροδεξιό, το 24% ως κεντρώο και μόλις το 20% ως δεξιό. Με αυτή τη σύνθεση διατυπώθηκε η εκτίμηση ότι ο Πιερρακάκης πιθανότατα θα μπορούσε να κινηθεί αποτελεσματικότερα εκλογικά από τον Δένδια μέσα στο σημερινό κομματικό ακροατήριο.

Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Η Νέα Δημοκρατία του σήμερα δεν είναι η Νέα Δημοκρατία προηγούμενων δεκαετιών. Έχει μετακινηθεί προς το κέντρο, έχει ενσωματώσει ανθρώπους που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους και έχει αφήσει ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης να αισθάνεται πολιτικά άστεγο.

Εκεί βρίσκεται και το παράδοξο. Ο Δένδιας μπορεί να διαθέτει ισχυρό προφίλ και απήχηση σε ένα περισσότερο παραδοσιακό δεξιό ακροατήριο. Ο Πιερρακάκης, από την άλλη, θα μπορούσε να εμφανιστεί ως η επιλογή συνέχειας μιας περισσότερο κεντρώας, τεχνοκρατικής Νέας Δημοκρατίας.

Άρα η επόμενη εκλογή προέδρου δεν θα είναι απλώς μάχη προσώπων. Θα είναι μάχη για την ταυτότητα της ίδιας της παράταξης. Φυσικά τα ονόματα δεν τελειώνουν εκεί.

Στη συζήτηση ακούστηκαν επίσης ο Κωστής Χατζηδάκης και ο Άδωνις Γεωργιάδης, ενώ έγινε αναφορά ακόμη και στον Κωνσταντίνο Κυρανάκη ως πρόσωπο που ενδεχομένως θα μπορούσε να έχει φιλοδοξίες στο μέλλον, αν και θεωρείται νεότερος για μια άμεση διεκδίκηση. Και εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα. Γιατί όταν αρχίζουν να κυκλοφορούν τόσα ονόματα, σημαίνει ότι η συζήτηση για την επόμενη ημέρα έχει ήδη ανοίξει.

Κανείς βεβαίως δεν μπορεί σήμερα να γνωρίζει ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος. Όποιος το παρουσιάζει ως βεβαιότητα απλώς παριστάνει τον προφήτη. Μπορούμε όμως να διαβάσουμε τις πολιτικές ενδείξεις. Και οι ενδείξεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία κάποια στιγμή θα βρεθεί μπροστά σε ένα βαθύ δίλημμα: Συνέχεια του μητσοτακικού μοντέλου ή επιστροφή σε περισσότερο παραδοσιακή κεντροδεξιά φυσιογνωμία;

Στην εξίσωση μπαίνει αναπόφευκτα και ο Αντώνης Σαμαράς. Στην εκπομπή παρουσιάστηκε η εκτίμηση ότι ένα μεγάλο τμήμα των πρώην ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας παραμένει αναποφάσιστο και ότι κάποιοι ενδεχομένως περιμένουν μια νέα πολιτική κίνηση από τον πρώην πρωθυπουργό.

Όμως εδώ γεννάται ένα δεύτερο ερώτημα. Ένα κόμμα Σαμαρά θα αποτελούσε πραγματική απειλή για τη Νέα Δημοκρατία ή τελικά θα λειτουργούσε ως δεξαμενή υποδοχής των απογοητευμένων νεοδημοκρατών, οι οποίοι μετά τις εκλογές θα μπορούσαν να επιστρέψουν σε ένα κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας;

Στη συζήτηση διατυπώθηκε ακριβώς αυτή η υποψία: ότι ο Σαμαράς μπορεί να επιχειρήσει να συγκεντρώσει όσους εγκαταλείπουν τον Μητσοτάκη και, εφόσον αποκτήσει κοινοβουλευτική παρουσία, να βρεθεί την επόμενη ημέρα σε θέση πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η Ιστορία, άλλωστε, έχει δείξει ότι στην ελληνική πολιτική οι μεγάλοι όρκοι περί «καμίας συνεργασίας» πολλές φορές διαρκούν μέχρι να κλείσουν οι κάλπες.

Και η εξουσία έχει περίεργες συγκολλητικές ιδιότητες. Στην ίδια συζήτηση τέθηκε και το θέμα της πολυδιάσπασης του πολιτικού συστήματος. Όσο περισσότερα μικρά κόμματα διεκδικούν τον ίδιο χώρο, τόσο περισσότερο κατακερματίζεται η ψήφος. Και όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, ένα πολιτικό σκηνικό με πολλά μικρά κόμματα μπορεί τελικά να διευκολύνει τη Νέα Δημοκρατία, ειδικά εάν ο αριθμός των κομμάτων που θα μπουν στη Βουλή περιοριστεί.

Αυτή είναι ίσως και η πιο ύπουλη παγίδα για έναν θυμωμένο ψηφοφόρο. Μπορεί να πιστεύει ότι τιμωρεί την κυβέρνηση ψηφίζοντας ένα μικρό κόμμα, αλλά αν δεκάδες μικροί σχηματισμοί μείνουν εκτός Βουλής, το αποτέλεσμα της κατακερματισμένης ψήφου μπορεί να λειτουργήσει τελικά προς όφελος του πρώτου κόμματος.

Γι’ αυτό η επόμενη εκλογική μάχη δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα πάρει πόσο. Θα κριθεί και από το πόσα κόμματα θα περάσουν το όριο εισόδου στη Βουλή. Θα κριθεί από την αποχή. Θα κριθεί από τους αναποφάσιστους. Θα κριθεί και από το πόσα κόμματα θα περάσουν το όριο εισόδου στη Βουλή. Θα κριθεί από την αποχή. Θα κριθεί από τους αναποφάσιστους. Και κυρίως θα κριθεί από το τι θα κάνουν οι εκατοντάδες χιλιάδες πρώην ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας που σήμερα δηλώνουν απογοητευμένοι.

Το εντυπωσιακό είναι ότι, σύμφωνα με τη συζήτηση που έγινε στην εκπομπή, κανένα κόμμα αυτή τη στιγμή δεν εμφανίζεται να έχει εξασφαλισμένη αυτοδυναμία.

Άρα το πολιτικό σκηνικό είναι ανοιχτό. Και όσο πλησιάζουν οι εκλογές, η πίεση θα μεγαλώνει. Θα αρχίσουν οι μεταγραφές. Θα αρχίσουν οι «γέφυρες». Θα εμφανιστούν ξαφνικά παλιοί εχθροί ως νέοι φίλοι. Θα ακούμε για «εθνική συνεννόηση», «πολιτική σταθερότητα», «ευθύνη απέναντι στη χώρα» και όλα εκείνα τα ωραία που συνήθως ξεπηδούν όταν τα κομματικά κουκιά δεν βγαίνουν. Όμως πίσω από τις λέξεις βρίσκεται πάντα η ίδια σκληρή πραγματικότητα: Η εξουσία.

Και εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Ποιος θα είναι ο νέος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας; Ο Πιερρακάκης; Ο Δένδιας; Ο Χατζηδάκης; Κάποιος άλλος που σήμερα δεν εμφανίζεται ακόμη στην πρώτη γραμμή;

Η απάντηση δεν θα δοθεί αύριο. Αλλά η μάχη έχει ήδη αρχίσει.

Διότι η πραγματική δοκιμασία για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι μόνο αν θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Είναι αν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή πολιτική της φυσιογνωμία όταν κάποια στιγμή φύγει ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο οικοδομήθηκε ολόκληρο το σημερινό σύστημα εξουσίας.

Και τότε θα φανεί ποιοι ήταν πραγματικά Νέα Δημοκρατία και ποιοι ήταν απλώς Μητσοτάκης. Ποιοι είχαν ιδεολογία και ποιοι είχαν καρέκλα. Ποιοι είχαν πολιτική θέση και ποιοι περίμεναν το επόμενο υπουργείο.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα παιχνίδι προσώπων με τους ίδιους μηχανισμούς από πίσω. Χρειάζεται πολιτική με αρχές, καθαρές κουβέντες, εθνική αξιοπρέπεια και λογοδοσία.

Γιατί, όπως λέει και η παλιά ρήση:

«Μπορείς να κοροϊδεύεις όλους για λίγο και λίγους για πάντα. Δεν μπορείς όμως να κοροϊδεύεις όλους για πάντα».

Και στην πολιτική, αργά ή γρήγορα, έρχεται η ώρα του λογαριασμού.