ΧΑΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ : Γρηγόρης Σερέτης, Όλγα Τζέτζη

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – βρέθηκε καλεσμένη η παιδίατρος και εκπρόσωπος του ιατρικού κόσμου Όλγα Τζέτζη, σε μια εκρηκτική συζήτηση που εξελίχθηκε σε μια σκληρή αντιπαράθεση για την πραγματική κατάσταση της δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα.

focusfm.gr
4 Σεπτεμβρίου 2026, 22:00

Ο Γρηγόρης Σερέτης δεν αρκέστηκε στις γενικόλογες διαπιστώσεις περί «προκλήσεων», «ανθρώπινου δυναμικού» και «προσπαθειών». Επέμενε να πάρει συγκεκριμένες απαντήσεις. Γιατί ο Έλληνας πληρώνει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και, όταν έρθει η δύσκολη ώρα, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με πολύωρη αναμονή; Γιατί υπάρχουν περιοχές της Ελλάδας που δυσκολεύονται να προσελκύσουν γιατρούς; Γιατί ο πολίτης αναγκάζεται πολλές φορές να βάλει ξανά το χέρι στην τσέπη και να καταφύγει στον ιδιωτικό τομέα;

Και κάπου εκεί άναψαν τα αίματα. «Η ιατρική δεν πρέπει να είναι ούτε με το σύστημα ούτε κόντρα στο σύστημα. Πρέπει να είναι με τον ασθενή, με τον άνθρωπο και με την επιστημονική αλήθεια», ήταν ουσιαστικά η θέση με την οποία μπήκε στη συζήτηση η Όλγα Τζέτζη.

Μια φράση με την οποία δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Το ερώτημα όμως του Σερέτη ήταν άλλο: τι συμβαίνει σήμερα στην πράξη; Γιατί ο πολίτης δεν ζει μέσα στις εκθέσεις των υπουργείων. Δεν θεραπεύεται από ανακοινώσεις. Δεν χειρουργείται με δελτία Τύπου. Δεν βρίσκει γιατρό επειδή κάποιος ανακοίνωσε έναν σχεδιασμό. Ο πολίτης κρίνει το σύστημα τη στιγμή που το χρειάζεται. Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα.

«Δέκα ώρες για 16 ράμματα»

Ο Σερέτης έφερε στον αέρα τη δική του εμπειρία: τραυματισμός στο πρόσωπο, 16 ράμματα και συνολική αναμονή περίπου δέκα ωρών στο νοσοκομείο. Η Τζέτζη απάντησε βάζοντας στο τραπέζι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του συστήματος: την ανεπαρκώς οργανωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα.

Η λογική είναι απλή. Όταν ο πολίτης δεν διαθέτει μια εύκολα προσβάσιμη και αποτελεσματική πρωτοβάθμια περίθαλψη, όλα καταλήγουν στα νοσοκομεία και στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών. Από το σχετικά απλό περιστατικό μέχρι το πραγματικά επείγον. Και τότε το σύστημα «μπουκώνει».

Αυτό όμως ακριβώς γεννά και το πολιτικό ερώτημα. Ποιος είχε την ευθύνη όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργήσει την πρωτοβάθμια φροντίδα που σήμερα παραδεχόμαστε ότι λείπει; Ο ασθενής; Ο γιατρός; Ή οι κυβερνήσεις και οι διοικήσεις που πέρασαν η μία μετά την άλλη;

Γιατί είναι εύκολο να πεις στον πολίτη ότι «δεν έπρεπε να πας στο νοσοκομείο». Το δύσκολο είναι να του πεις πού ακριβώς έπρεπε να πάει και να του εξασφαλίσεις ότι εκεί θα υπήρχε ο άνθρωπος που θα τον περιέθαλπε. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντιπαράθεσης.

Ιθάκη χωρίς παιδίατρο

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν το παράδειγμα που έφερε η ίδια η Όλγα Τζέτζη. Η Ιθάκη, όπως ανέφερε στη συζήτηση, είχε μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς παιδίατρο, με την ίδια να συμμετέχει σε εθελοντικές δράσεις για την κάλυψη αναγκών. Και ο Σερέτης αντέδρασε αμέσως: Αν όλα λειτουργούν όπως πρέπει, γιατί χρειάζονται εθελοντές γιατροί για να καλύπτουν τα κενά;

Η Τζέτζη εξήγησε από την πλευρά της ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Ένας νέος γιατρός, που έχει σπουδάσει επί χρόνια, μπορεί να έχει οικογένεια, παιδιά, σύζυγο που εργάζεται αλλού και επαγγελματικές υποχρεώσεις. Η μετακίνησή του σε ένα νησί δεν λύνεται με μία απλή προκήρυξη.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ευθύνη της Πολιτείας. Θέλεις γιατρό στο νησί; Δώσε πραγματικό κίνητρο. Δώσε αξιοπρεπή αμοιβή. Εξασφάλισε στέγη. Δώσε επιστημονική υποστήριξη. Δημιούργησε ομάδα ώστε ένας άνθρωπος να μη βρίσκεται ολομόναχος απέναντι στις ανάγκες ενός ολόκληρου νησιού. Διαφορετικά, οι προκηρύξεις μπορούν να επαναλαμβάνονται και οι θέσεις να παραμένουν κενές.

Το ερώτημα που «έβαλε φωτιά» στην συζήτηση: Γιατί πληρώνουμε;

Κάπου εκεί ο Σερέτης έβαλε στο τραπέζι ίσως το πιο απλό και ταυτόχρονα το πιο πολιτικό ερώτημα της εκπομπής: Γιατί ο Έλληνας πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές και φόρους για δημόσια Υγεία, όταν σε αρκετές περιπτώσεις αναγκάζεται τελικά να πληρώνει και ιδιώτη;

Εδώ δεν χρειάζονται ιδεολογικές κορώνες. Χρειάζεται απάντηση. Ο εργαζόμενος πληρώνει. Ο επαγγελματίας πληρώνει. Ο συνταξιούχος έχει πληρώσει επί δεκαετίες. Και η συμφωνία με ένα κοινωνικό κράτος είναι συγκεκριμένη: όταν έρθει η ώρα της ανάγκης, η Πολιτεία οφείλει να είναι εκεί.

Δεν μπορεί ο πολίτης να πληρώνει το δημόσιο σύστημα και ύστερα να ακούει ότι, επειδή υπάρχει μεγάλη αναμονή, η λύση είναι να βρει χρήματα για τον ιδιώτη. Αν έχει, καλώς. Αν δεν έχει; Τι γίνεται τότε;

Η Υγεία δεν μπορεί να μετατραπεί σε προνόμιο εκείνου που διαθέτει γεμάτο πορτοφόλι. Η ίδια η Τζέτζη μάλιστα, ανέφερε ότι έχει παιδί με χρόνιο νόσημα και ότι μία φορά τον χρόνο πηγαίνει στο Λονδίνο για παρακολούθηση, πληρώνοντας ιδιωτικά.

Και ο Σερέτης άρπαξε αμέσως την αντίφαση: Αν ακόμη και μία γιατρός αναζητεί ιδιωτικά υπηρεσίες στο εξωτερικό για το παιδί της, τότε πώς μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα;

Και μετά ήρθε η «βόμβα»: Covid και εμβόλια

Η ένταση ανέβηκε κατακόρυφα όταν ο Σερέτης πέρασε στο θέμα των εμβολίων κατά της Covid-19 και έθεσε το ζήτημα του κοινωνικού διχασμού που δημιουργήθηκε την περίοδο της πανδημίας: από τη μία όσοι θεωρούσαν τον εμβολιασμό απαραίτητο εργαλείο προστασίας και από την άλλη όσοι εξέφραζαν φόβους, επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις.

Η Τζέτζη επέμεινε στην επιστημονική ενημέρωση και στην ανάγκη ο πολίτης να συζητά με τον γιατρό του. Και αυτή είναι μια αρχή που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη.

Ο Σερέτης, όμως, έβαλε στο τραπέζι κάτι διαφορετικό: το δικαίωμα του πολίτη να ρωτά χωρίς να δαιμονοποιείται. Γιατί η επιστήμη δεν φοβάται τις ερωτήσεις. Η επιστήμη χρειάζεται ερωτήσεις. Και κυρίως χρειάζεται διαφάνεια.

Η Τζέτζη αναγνώρισε μάλιστα ότι κατά την περίοδο της πανδημίας υπήρξε μεγάλο επικοινωνιακό λάθος, ενώ τόνισε ότι ο γονιός και ο ασθενής έχουν δικαίωμα να ρωτούν, να ενημερώνονται και ακόμη και να φοβούνται.

Αυτή ίσως ήταν μία από τις σημαντικότερες παραδοχές ολόκληρης της συζήτησης. Διότι ο φόβος δεν αντιμετωπίζεται με προσβολές. Η δυσπιστία δεν εξαφανίζεται με απαγορεύσεις. Και η αμφιβολία δεν καταπολεμάται με κοινωνικό αποκλεισμό. Καταπολεμάται με στοιχεία, ενημέρωση, διάλογο και εμπιστοσύνη.

«Και οι φαρμακοβιομηχανίες;»

Ο Σερέτης επέμεινε. Τι συμβαίνει όταν ένα φάρμακο ή εμβόλιο συνδέεται με ανεπιθύμητη ενέργεια; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Ποιος αποζημιώνει έναν άνθρωπο εφόσον αποδειχθεί αιτιώδης σύνδεση με σοβαρή βλάβη;

Εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή: άλλο η αναφορά ενός προβλήματος μετά τον εμβολιασμό και άλλο η επιστημονική απόδειξη ότι προκλήθηκε από το εμβόλιο. Δεν μπορεί κάθε ασθένεια που εμφανίστηκε χρονικά μετά από έναν εμβολιασμό να αποδίδεται αυτομάτως σε αυτόν.

Αλλά το αντίστροφο επίσης δεν μπορεί να ισχύει. Μια τεκμηριωμένη ανεπιθύμητη ενέργεια δεν πρέπει να κρύβεται κάτω από το χαλί επειδή κάποιος φοβάται ότι θα τροφοδοτήσει τον «λάθος» δημόσιο διάλογο. Η φαρμακοεπαγρύπνηση υπάρχει ακριβώς γι’ αυτό. Για καταγραφή. Για έρευνα. Για αξιολόγηση. Για διαφάνεια. Και τελικά για προστασία του ασθενούς.

Ο Σερέτης έθεσε επανειλημμένα το ερώτημα της ευθύνης των φαρμακευτικών εταιρειών, ενώ η Τζέτζη υπογράμμισε ότι κανένα φάρμακο και κανένα εμβόλιο δεν είναι απολύτως απαλλαγμένο από πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η πραγματική συζήτηση λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται με συνθήματα «όλα ασφαλή» ή «όλα επικίνδυνα». Αυτά δεν είναι επιστήμη. Είναι στρατόπεδα.

Η Υγεία δεν είναι κομματικό λάφυρο

Πίσω από τις διακοπές, τις έντονες φωνές και τις στιγμές που η συζήτηση έμοιαζε να τινάζεται στον αέρα, υπήρχε τελικά ένα κοινό σημείο: Η Υγεία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο.

Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να κρατήσουμε. Δεν μας ενδιαφέρει αν ένα νοσοκομείο εγκαινιάστηκε από μπλε, πράσινη, κόκκινη ή οποιαδήποτε κυβέρνηση. Μας ενδιαφέρει αν έχει γιατρούς. Δεν μας ενδιαφέρει πόσες κορδέλες κόπηκαν. Μας ενδιαφέρει πόσες ώρες περιμένει ο ασθενής. Δεν μας ενδιαφέρει πόσο ωραίο είναι το δελτίο Τύπου.

Μας ενδιαφέρει αν ο νησιώτης έχει παιδίατρο. Αν ο καρκινοπαθής βρίσκει εγκαίρως τη θεραπεία του. Αν ο ηλικιωμένος μπορεί να εξεταστεί χωρίς να περιφέρεται από υπηρεσία σε υπηρεσία. Αν ο νέος γιατρός έχει λόγο να παραμείνει στην Ελλάδα αντί να πάρει τη βαλίτσα του και να φύγει. Και αν ο Έλληνας που πληρώνει μια ζωή μπορεί, όταν έρθει η δύσκολη ώρα, να πει: «Υπάρχει κράτος δίπλα μου».

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα. Και όσο αυτή η απάντηση δεν είναι αυτονόητα «ναι», οι ερωτήσεις του Σερέτη θα παραμένουν στο τραπέζι.

Γιατί «Κόντρα στο Σύστημα» δεν σημαίνει κόντρα στους γιατρούς, κόντρα στην επιστήμη ή κόντρα στην ιατρική. Σημαίνει κόντρα σε ό,τι δεν λειτουργεί. Κόντρα στη σιωπή. Κόντρα στην ωραιοποίηση. Κόντρα στη λογική ότι ο πολίτης πρέπει απλώς να πληρώνει και να μη ρωτά.

Γιατί ο πολίτης έχει δικαίωμα να ρωτά. Έχει δικαίωμα να απαιτεί. Και κυρίως έχει δικαίωμα να γνωρίζει πού πηγαίνουν τα χρήματα που πληρώνει και τι ακριβώς παίρνει πίσω. «Η αξία ενός συστήματος Υγείας δεν φαίνεται στις εξαγγελίες του. Φαίνεται τη στιγμή που ένας άνθρωπος πονάει, φοβάται και χτυπά την πόρτα του.» Και εκεί ακριβώς κρίνονται όλοι.