Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθεί και το δύσκολο: αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξει η Ελλάδα, πρέπει να αλλάξουμε και εμείς.
Δεν γίνεται να καταγγέλλουμε το σύστημα και ταυτόχρονα να το τροφοδοτούμε. Δεν γίνεται να απαιτούμε αξιοκρατία και την επόμενη στιγμή να αναζητούμε το «μέσο». Δεν γίνεται να φωνάζουμε για διαφάνεια και να συγχωρούμε τα πάντα όταν μας εξυπηρετούν προσωπικά. Δεν γίνεται να ζητάμε πολιτικούς με αρχές, όταν η ψήφος μετατρέπεται σε συναλλαγή για μια θέση, μια εξυπηρέτηση ή ένα μικρό προσωπικό όφελος. Αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο πρόβλημα που ανέδειξε η συζήτηση Σερέτη–Πετράκη. Η σιωπή που γίνεται συνενοχή
Ο Απόστολος Πετράκης περιέγραψε μια κοινωνία που, κατά την άποψή του, έχει συνηθίσει να βλέπει, να γνωρίζει και τελικά να αποδέχεται. Kαι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη διαφορά με προηγούμενες δεκαετίες. Σήμερα η πληροφορία υπάρχει παντού. Ο πολίτης έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο, στα κοινωνικά δίκτυα, σε δεκάδες ενημερωτικές πηγές. Μπορεί να διασταυρώσει, να ψάξει, να αμφισβητήσει. Η δικαιολογία «δεν γνώριζα» γίνεται όλο και δυσκολότερη. Κι όμως, πολλές φορές γνωρίζουμε και συνεχίζουμε ακριβώς όπως πριν. Καταγγέλλουμε τους ίδιους ανθρώπους και μετά τους ξαναψηφίζουμε. Βρίζουμε ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων και την ίδια στιγμή ψάχνουμε κάποιον γνωστό για να μας λύσει το δικό μας πρόβλημα. Έτσι, όμως, το σύστημα δεν αλλάζει. Αναπαράγεται. Και όσο αναπαράγεται, τόσο ισχυρότερο γίνεται.
Η Ελλάδα των «γνωστών» και των εξυπηρετήσεων
Για δεκαετίες οικοδομήθηκε μια πολιτική νοοτροπία στην οποία ο βουλευτής δεν κρινόταν μόνο από το έργο του, αλλά και από το πόσα προσωπικά προβλήματα μπορούσε να «τακτοποιήσει». Ένα τηλέφωνο. Μια μετάθεση. Μια πρόσληψη. Μια διευκόλυνση. Μια υπόσχεση. Και κάπως έτσι η πολιτική μετατράπηκε από δημόσια υπηρεσία σε μηχανισμό συναλλαγής. Ο πολίτης ζητούσε χάρη και ο πολιτικός ζητούσε ψήφο. Το αποτέλεσμα; Ένα σύστημα αλληλεξάρτησης που επιβιώνει επειδή βολεύει όσους βρίσκονται πάνω, αλλά πολλές φορές και όσους βρίσκονται κάτω. Αν θέλουμε λοιπόν πραγματική αλλαγή, πρέπει να σπάσει αυτός ο δεσμός. Ο πολίτης δεν πρέπει να ζητά χάρη. Πρέπει να απαιτεί δικαίωμα.
ΔΕΘ: πολιτική ή καλοστημένη παράσταση;
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η συζήτηση και για τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Κάθε χρόνο το ίδιο σκηνικό. Εξαγγελίες. Χειροκροτήματα. Κάμερες. Πολιτικές υποσχέσεις. Αστυνομικά μέτρα. Δημοσιογράφοι που περιμένουν τις δηλώσεις και πολιτικοί που παρουσιάζουν το επόμενο «πακέτο» ως μεγάλη τομή. Και ο πολίτης; Ο πολίτης περιμένει να δει τι από όλα αυτά θα φτάσει τελικά στην πραγματική ζωή. Γιατί η πραγματικότητα δεν βρίσκεται στα περίπτερα και στις εξέδρες. Βρίσκεται στο σούπερ μάρκετ. Στον λογαριασμό του ρεύματος. Στο ενοίκιο. Στο νοσοκομείο. Στο σχολείο. Στον μισθό. Στη σύνταξη. Εκεί κρίνεται μια κυβέρνηση. Όχι στα χειροκροτήματα μιας κομματικής συγκέντρωσης.
Μέσα ενημέρωσης και εξουσία
Στη συζήτηση τέθηκε ακόμη ένα τεράστιο ζήτημα: η σχέση της ενημέρωσης με την πολιτική και οικονομική εξουσία. Όταν ένα Μέσο εξαρτά σημαντικό μέρος της επιβίωσής του από κρατική διαφήμιση, επιδοτήσεις ή επιχειρηματικά συμφέροντα, ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να αναρωτιέται πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η ενημέρωση που λαμβάνει. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσιογράφος είναι εξαρτημένος ούτε ότι κάθε Μέσο υπηρετεί συμφέροντα. Σημαίνει όμως ότι η διαφάνεια είναι απαραίτητη. Ποιος χρηματοδοτεί ποιον; Ποιος παίρνει δημόσιο χρήμα; Με ποια κριτήρια; Υπάρχει αναλογικότητα; Υπάρχει πραγματικός έλεγχος; Αυτές δεν είναι «αντισυστημικές» ερωτήσεις. Είναι ερωτήσεις Δημοκρατίας. Γιατί χωρίς ανεξάρτητη ενημέρωση, ο πολίτης δεν μπορεί να σχηματίσει ανεξάρτητη άποψη. Η λογοδοσία δεν μπορεί να είναι σύνθημα.
Στην Ελλάδα έχουμε μάθει μια λέξη: «ευθύνη».
Την ακούμε μετά από κάθε κρίση. Μετά από κάθε σκάνδαλο. Μετά από κάθε τραγωδία. Αλλά πόσες φορές η πολιτική ευθύνη μετατρέπεται σε πραγματική λογοδοσία; Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί μόνο με εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια. Λειτουργεί με θεσμούς. Με έλεγχο. Με ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Με ελεύθερη δημοσιογραφία. Με πολιτικούς που γνωρίζουν ότι η εξουσία δεν αποτελεί ιδιοκτησία τους. Και πάνω απ’ όλα λειτουργεί με πολίτες που δεν χαρίζουν λευκή επιταγή σε κανέναν. Ούτε στον «δικό τους». Ούτε στον «λιγότερο κακό». Ούτε σε αυτόν που τους εξυπηρέτησε.
Οι μεγαλύτερες επαναστάσεις είναι εσωτερικές
Ίσως αυτή να ήταν η σημαντικότερη φράση ολόκληρης της συζήτησης: «Οι μεγαλύτερες επαναστάσεις είναι εσωτερικές επαναστάσεις». Γιατί είναι εύκολο να δείχνεις τον άλλον. Δύσκολο είναι να κοιτάξεις τον καθρέφτη. Εύκολο να πεις «φταίνε οι πολιτικοί». Δύσκολο να αναρωτηθείς ποιος τους επιλέγει. Εύκολο να φωνάζεις για ρουσφέτια. Δύσκολο να αρνηθείς το ρουσφέτι όταν προσφέρεται σε εσένα. Εύκολο να ζητάς αξιοκρατία. Δύσκολο να δεχτείς ότι κάποιος άλλος μπορεί να αξίζει περισσότερο τη θέση που θέλεις. Εδώ ακριβώς αρχίζει η αλλαγή νοοτροπίας. Όχι με μεγάλα λόγια. Με μικρές προσωπικές αποφάσεις. Να σταματήσουμε να περιμένουμε σωτήρες.
Από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα η Ελλάδα πέρασε από κυβερνήσεις, πρωθυπουργούς, κόμματα, συνθήματα και υποσχέσεις. Κάθε φορά παρουσιάζεται κάποιος ως η μεγάλη λύση. Και κάθε φορά ένα μέρος της κοινωνίας περιμένει τον επόμενο σωτήρα.Όμως Δημοκρατία που βασίζεται σε «σωτήρες» είναι ήδη προβληματική. Η ισχυρή Δημοκρατία βασίζεται σε ισχυρούς πολίτες. Πολίτες που διαβάζουν. Που ελέγχουν. Που θυμούνται. Που δεν φανατίζονται. Που δεν μετατρέπουν το κόμμα σε ποδοσφαιρική ομάδα. Που μπορούν να πουν «έκανε λάθος» ακόμη και για τον πολιτικό που ψήφισαν. Αυτό φοβάται περισσότερο κάθε σύστημα εξουσίας: όχι τον θυμωμένο πολίτη που φωνάζει για μία ημέρα, αλλά τον ενημερωμένο πολίτη που θυμάται για χρόνια.
Η αλλαγή ξεκινά από κάτω
Δεν υπάρχει μαγικό κουμπί που θα αλλάξει την Ελλάδα. Υπάρχει όμως μια επιλογή. Να πάψουμε να θεωρούμε φυσιολογικό ό,τι μας εξοργίζει. Να σταματήσουμε να ανταλλάσσουμε την αξιοπρέπειά μας με μικρές εξυπηρετήσεις. Να απαιτούμε τους ίδιους κανόνες για όλους. Να μη ζητάμε «δικό μας άνθρωπο» στη Δικαιοσύνη, στη διοίκηση, στο Δημόσιο. Να απαιτούμε απλώς να λειτουργούν οι θεσμοί. Και κυρίως να σταματήσουμε να μισούμε ο ένας τον άλλον επειδή ψηφίζουμε διαφορετικά.
Ο διχασμένος λαός είναι εύκολος λαός.
Τσακώνεται ο δεξιός με τον αριστερό, ο κυβερνητικός με τον αντιπολιτευόμενο, ο ένας Έλληνας με τον άλλον, ενώ τα πραγματικά προβλήματα παραμένουν εκεί. Η ακρίβεια. Η ανασφάλεια. Η υπογεννητικότητα. Η φυγή των νέων. Η κατάσταση της Υγείας και της Παιδείας.
Η απαξίωση των θεσμών.
Αυτά δεν έχουν κομματική ταυτότητα. Πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία.
Το μήνυμα της συζήτησης του Γρηγόρη Σερέτη με τον Απόστολο Πετράκη είναι τελικά πολύ πιο σκληρό από μια απλή αντικυβερνητική καταγγελία. Γιατί η κυβέρνηση κάποτε αλλάζει. Ο πρωθυπουργός κάποτε φεύγει. Οι υπουργοί αντικαθίστανται. Τα κόμματα ανεβαίνουν και πέφτουν. Αν όμως παραμείνει ίδια η νοοτροπία, το σύστημα θα ξαναγεννηθεί με άλλα πρόσωπα. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Να μην αλλάξουμε απλώς κυβέρνηση. Να αλλάξουμε απαιτήσεις. Να αλλάξουμε κριτήρια. Να αλλάξουμε συμπεριφορά. Να απαιτήσουμε Δικαιοσύνη που δεν κοιτάζει ονόματα, δημοσιογραφία που δεν φοβάται την εξουσία και πολιτικούς που θυμούνται ότι είναι υπηρέτες του λαού και όχι ιδιοκτήτες του κράτους. Και την ίδια στιγμή να απαιτήσουμε περισσότερα και από τον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί κανένας λαός δεν μπορεί να απαιτεί καθαρό πολιτικό σύστημα αν ανέχεται τη συναλλαγή όταν τον συμφέρει. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν «σωτήρα». Χρειάζεται πολίτες που δεν προσκυνούν κανέναν. Πολίτες που δεν πουλούν την ψήφο, τη συνείδηση και την αξιοπρέπειά τους. Πολίτες που θυμούνται. Που απαιτούν. Που αντιδρούν δημοκρατικά. Που δεν συμβιβάζονται με το «έτσι γίνονται τα πράγματα». Γιατί τα πράγματα γίνονται έτσι όσο εμείς επιτρέπουμε να γίνονται έτσι. Και ίσως τελικά η πραγματική επανάσταση να μην αρχίζει έξω από τη Βουλή. Να αρχίζει μέσα στο μυαλό του καθενός μας.
«Όταν αλλάζει η νοοτροπία ενός λαού, τότε αρχίζει να αλλάζει και η Ιστορία του».



