«Τι γίνεται με την ελληνική δικαιοσύνη;» : Γρηγόρης Σερέτης, Απόστολος Πιστόλας

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – άνοιξε μια συζήτηση που κανονικά θα έπρεπε να γίνεται καθημερινά μέσα στη Βουλή, στα υπουργεία, στα δικαστήρια και σε κάθε θεσμικό κέντρο της χώρας: Τι γίνεται τελικά με την ελληνική Δικαιοσύνη;

focusfm.gr
12 Σεπτεμβρίου 2026, 01:01

Καλεσμένος του Γρηγόρη Σερέτη ήταν ο πολιτικός αναλυτής Απόστολος Πιστόλας και η συζήτηση δεν περιορίστηκε σε γενικόλογες διαπιστώσεις. Άγγιξε τον πυρήνα του προβλήματος: την εμπιστοσύνη του Έλληνα πολίτη στους θεσμούς. Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα μιας Δημοκρατίας δεν αρχίζει όταν ο πολίτης διαφωνεί με μια κυβέρνηση. Αρχίζει όταν ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους. Όταν αρχίζει να αναρωτιέται εάν ο ισχυρός και ο απλός πολίτης αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Όταν δημιουργείται η αίσθηση ότι κάποιοι έχουν πρόσβαση εκεί όπου ο απλός άνθρωπος βρίσκει κλειστές πόρτες. Όταν οι υποθέσεις που συγκλονίζουν την κοινωνία δεν καταλήγουν σε απαντήσεις που να πείθουν την κοινή γνώμη. Τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς δικαστικό. Είναι πρόβλημα Δημοκρατίας.

ΠΟΙΟΣ ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΟΝ ΕΛΕΓΚΤΗ;

Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε ένα ερώτημα που βασανίζει μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας: πώς εξασφαλίζεται στην πράξη ότι οι ανεξάρτητες αρχές είναι πράγματι ανεξάρτητες;

Δεν αρκεί να γράφουμε τη λέξη «ανεξάρτητη» πάνω σε μια ταμπέλα. Δεν αρκεί ένα άρθρο του Συντάγματος. Δεν αρκεί μια νομοθετική πρόβλεψη. Η ανεξαρτησία αποδεικνύεται καθημερινά από τη λειτουργία ενός θεσμού. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τη διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όμως η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στην εφαρμογή. Γιατί όταν δημιουργείται στην κοινωνία η εντύπωση ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να επηρεάζει θεσμούς που υποτίθεται ότι πρέπει να την ελέγχουν, η ζημιά είναι τεράστια.

Ο Απόστολος Πιστόλας επισήμανε ότι στην Ελλάδα υπάρχει διάχυτη η αντίληψη πως η πολιτική παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη και σε άλλους θεσμούς και ότι ορισμένοι πολίτες πιστεύουν πως άνθρωποι με διασυνδέσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Ακόμη και η ύπαρξη αυτής της πεποίθησης είναι επικίνδυνη. Διότι η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη. Πρέπει και ο πολίτης να πιστεύει ότι είναι ανεξάρτητη.

Η ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΕΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Το πραγματικό καμπανάκι κινδύνου είναι η απώλεια εμπιστοσύνης. Όταν επί χρόνια η κοινωνία ακούει για σκάνδαλα, δικογραφίες, έρευνες και καταγγελίες, αλλά στο τέλος δεν καταλαβαίνει ποιος ευθύνεται και ποιος λογοδοτεί, γεννιέται ένα αίσθημα ατιμωρησίας. Και αυτό ακριβώς επισήμανε στη συζήτηση ο Πιστόλας. Ο πολίτης βλέπει μια υπόθεση από την τηλεόραση, διαβάζει τα δημοσιεύματα, ακούει τις καταγγελίες και περιμένει. Περιμένει απαντήσεις. Και όταν αυτές δεν έρχονται με τρόπο καθαρό και κατανοητό, αρχίζει να υποψιάζεται τους πάντες. Μπορεί κάποιες από τις υποψίες του να είναι λανθασμένες. Αλλά ποιος δημιούργησε το έδαφος για να γεννηθούν; Η ίδια η έλλειψη εμπιστοσύνης. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο λιγότερο πείθουν οι θεσμοί, τόσο περισσότερο αμφισβητούνται. Και όσο περισσότερο αμφισβητούνται, τόσο βαθύτερο γίνεται το χάσμα ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος.

ΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ ΠΟΤΕ

Η συζήτηση πήγε ακόμη βαθύτερα. Στο πελατειακό κράτος. Σε εκείνο το ελληνικό μοντέλο που επί δεκαετίες εκπαίδευσε τον πολίτη να αναζητά πολιτικό γραφείο για να λύσει ένα πρόβλημα που κανονικά θα έπρεπε να λύνει ένας θεσμός. Θέλεις δουλειά; Ψάξε πολιτικό. Θέλεις μετάθεση; Ψάξε γνωστό. Θέλεις να ανοίξει μια πόρτα; Βρες τηλέφωνο. Αυτό δεν είναι υγιής Δημοκρατία. Είναι μηχανισμός εξάρτησης. Και ο Πιστόλας το περιέγραψε ξεκάθαρα: όταν ο πολίτης χρειάζεται να περάσει από ένα πολιτικό γραφείο για να κάνει τη δουλειά του, δημιουργείται σχέση εξάρτησης μεταξύ πολίτη και πολιτικού. Έτσι γεννιέται και αναπαράγεται το πελατειακό κράτος. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν αλλάζει η Ελλάδα.Πώς να αλλάξει όταν το ίδιο σύστημα εκπαιδεύει γενιές πολιτών να θεωρούν φυσιολογικό αυτό που σε ένα πραγματικά αξιοκρατικό κράτος θα έπρεπε να θεωρείται απαράδεκτο;

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ

Υπάρχει όμως ένα απλό ερώτημα που ξεπερνά κόμματα και ιδεολογίες: Ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους; Αυτό πρέπει να απαντηθεί. Όχι με συνθήματα. Με πράξεις. Ο απλός επαγγελματίας γνωρίζει ότι μπορεί να ελεγχθεί για τα οικονομικά του. Ο φορολογούμενος καλείται να δικαιολογήσει εισοδήματα, περιουσία και συναλλαγές. Και καλώς συμβαίνει όταν ο έλεγχος γίνεται νόμιμα και αντικειμενικά. Αλλά τότε ο πολίτης απαιτεί το ίδιο επίπεδο διαφάνειας από εκείνους που ασκούν εξουσία. Δεν μπορεί η αυστηρότητα να εξαντλείται στον αδύναμο και η επιείκεια να εμφανίζεται όταν ανεβαίνουμε ψηλότερα στην πυραμίδα. Η Δικαιοσύνη δεν αναγνωρίζει επώνυμα και ανώνυμα πορτοφόλια. Δεν αναγνωρίζει κομματικές ταυτότητες. Δεν αναγνωρίζει υπουργικές καρέκλες. Αναγνωρίζει στοιχεία, νόμους και ευθύνες.Αυτό τουλάχιστον απαιτεί μια ευνομούμενη Πολιτεία.

ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ;

Στη συζήτηση τέθηκαν ακόμη ζητήματα που έχουν προκαλέσει τεράστια πολιτική αντιπαράθεση: υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, πολιτικές ευθύνες, ασυλίες και δικογραφίες. Εδώ απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν μπορεί κανείς να βαφτίζει ένοχο έναν άνθρωπο επειδή το όνομά του ακούστηκε σε μια δημόσια συζήτηση ή περιλαμβάνεται σε μια δικογραφία. Αλλά ούτε μπορεί μια Δημοκρατία να ζητά από τον πολίτη να κάνει πως δεν βλέπει τα ερωτήματα. Η απάντηση είναι μία: Έρευνα. Διαφάνεια. Στοιχεία. Και όπου υπάρχουν ευθύνες, λογοδοσία. Όχι λαϊκά δικαστήρια. Όχι όμως και θεσμικά συρτάρια. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ότι κάθε σοβαρή καταγγελία ερευνάται χωρίς να έχει σημασία ποιο όνομα βρίσκεται απέναντι.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΣΥΛΙΑΣ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η συζήτηση για την πολιτική ασυλία. Ο Πιστόλας υποστήριξε ότι ένας βαθμός προστασίας είναι απαραίτητος, διότι διαφορετικά ένας πολιτικός θα μπορούσε να βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπος με μηνύσεις για την πολιτική του δραστηριότητα. Έθεσε όμως και μια κρίσιμη διάκριση: Για εξαιρετικά σοβαρές υποθέσεις θα μπορούσε να εξεταστεί ένα σύστημα στο οποίο η ασυλία να μην αποτελεί εμπόδιο στη δικαστική διερεύνηση. Αυτό είναι μια συζήτηση που αξίζει να γίνει σοβαρά. Γιατί άλλο η προστασία της ελεύθερης πολιτικής έκφρασης και άλλο η εντύπωση ατιμωρησίας. Ο βουλευτής πρέπει να μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του χωρίς φόβο πολιτικών διώξεων.Αλλά η ιδιότητα του πολιτικού δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πανοπλία απέναντι στον νόμο.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΘΕΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΗΚΩΝΟΥΝ ΤΗΛΕΦΩΝΑ

Το μεγάλο ζητούμενο, τελικά, δεν είναι να δημιουργήσουμε άλλον έναν οργανισμό, άλλη μία επιτροπή ή άλλη μία ανεξάρτητη αρχή. Είναι να κάνουμε πραγματικά ανεξάρτητες αυτές που έχουμε. Να δημιουργήσουμε ένα κράτος στο οποίο κανένας δικαστής, ελεγκτής ή δημόσιος λειτουργός δεν θα αισθάνεται ότι χρωστά την καρέκλα του σε κάποιο πολιτικό γραφείο. Ένα κράτος όπου το τηλέφωνο του υπουργού δεν θα έχει μεγαλύτερη δύναμη από τον νόμο. Όπου ο πολίτης δεν θα χρειάζεται «γνωστό». Όπου η πρόσληψη θα γίνεται επειδή κάποιος αξίζει τη θέση και όχι επειδή γνωρίζει εκείνον που μοιράζει τις θέσεις. Όπου ο ισχυρός θα φοβάται τον νόμο όσο τον φοβάται και ο αδύναμος. Γιατί μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για πραγματική ισονομία.

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΕΧΕΙ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΕΥΘΥΝΗ

Υπάρχει όμως και κάτι που πολλές φορές δεν θέλουμε να ακούσουμε. Το πελατειακό κράτος δεν δημιουργήθηκε μόνο από πολιτικούς. Χρειάστηκε και πολίτες που το αποδέχθηκαν. Χρειάστηκε ανθρώπους που είπαν «βόλεψε το παιδί μου και θα σε ψηφίσω». Χρειάστηκε ανθρώπους που αναζήτησαν το ρουσφέτι αντί να απαιτήσουν αξιοκρατία. Αν πραγματικά θέλουμε διαφορετική Ελλάδα, πρέπει να τελειώσουμε και με αυτή τη νοοτροπία. Δεν μπορούμε τη Δευτέρα να καταγγέλλουμε το ρουσφέτι και την Τρίτη να τηλεφωνούμε στον βουλευτή για να μας εξυπηρετήσει.

Η Δημοκρατία απαιτεί πολίτες που δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν δικαιώματα.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΧΥΡΟ

Η Δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία. Όταν όλα τα άλλα αποτύχουν, πρέπει να μπορεί να πει: «Θα πάω στη Δικαιοσύνη». Αν όμως χαθεί και αυτή η πίστη, τότε το κράτος χάνει ένα από τα βασικότερα θεμέλια της νομιμοποίησής του. Γι’ αυτό η συζήτηση που άνοιξε ο Γρηγόρης Σερέτης δεν αφορά δικαστές και δικηγόρους. Αφορά κάθε Έλληνα. Αφορά εκείνον που πληρώνει φόρους. Εκείνον που περιμένει χρόνια μια απόφαση. Εκείνον που πιστεύει ότι αδικήθηκε. Εκείνον που δεν έχει γνωριμίες. Εκείνον που απαιτεί να αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως ο υπουργός, ο επιχειρηματίας και ο ισχυρός.Γιατί Δημοκρατία δεν είναι να γράφουμε ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στον νόμο. Δημοκρατία είναι να το βλέπουμε να συμβαίνει. Και όταν ο λαός αρχίζει να αμφιβάλλει γι’ αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι «εμπιστευτείτε μας». Η απάντηση πρέπει να είναι:   Αποδείξτε το.

Με ανεξάρτητους θεσμούς. Με πραγματικούς ελέγχους.Με διαφάνεια. Με λογοδοσία. Με Δικαιοσύνη που δεν κοιτάζει ονόματα, κόμματα και αξιώματα. Γιατί η Δικαιοσύνη που χρειάζεται η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι ούτε κυβερνητική ούτε αντιπολιτευτική. Πρέπει να είναι τυφλή απέναντι στην εξουσία και αμείλικτα πιστή στον νόμο.

Και όπως θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία μόνο φράση: «Όταν ο νόμος φοβάται την εξουσία, ο πολίτης παύει να πιστεύει στη Δημοκρατία».