«Λέμε «ΟΧΙ» στην υποδούλωση» : Γρηγόρης Σερέτης, Απόστολος Πετράκης

Λέμε «ΟΧΙ» στην υποδούλωση – Η Ελλάδα δεν είναι προς πώληση. Όταν ένας λαός σταματά να ρωτά, αρχίζει να υπακούει. Και όταν συνηθίζει να υπακούει, κινδυνεύει να ξεχάσει ότι κάποτε ήταν ελεύθερος.

focusfm.gr
24 Σεπτεμβρίου 2026, 19:35

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – ο Απόστολος Πετράκης άνοιξε μια συζήτηση που δεν περιορίστηκε στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση.

Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: Σε ποιον ανήκει τελικά αυτή η χώρα;

Στους Έλληνες πολίτες, που πληρώνουν φόρους, μεγαλώνουν τα παιδιά τους και αγωνίζονται καθημερινά για να επιβιώσουν; Ή μήπως, όπως υποστηρίχθηκε στη συζήτηση, η Ελλάδα οδηγείται σταδιακά σε ένα μοντέλο στο οποίο κρίσιμες υποδομές, δημόσιος πλούτος και κομμάτια της οικονομικής δραστηριότητας περνούν όλο και περισσότερο μακριά από τον ουσιαστικό έλεγχο της κοινωνίας;

«Θα γίνουμε σερβιτόροι στην ίδια μας την πατρίδα;»

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις της συζήτησης ήταν η προειδοποίηση ότι οι Έλληνες κινδυνεύουν να καταλήξουν «σερβιτόροι μέσα στην ίδια τους την πατρίδα».

Δεν πρόκειται για απαξίωση κανενός επαγγέλματος. Το αντίθετο. Το ερώτημα αφορά το παραγωγικό μοντέλο μιας ολόκληρης χώρας. Μπορεί μια Ελλάδα με τέτοια γεωγραφική θέση, πολιτιστική κληρονομιά, τουριστική δύναμη, ανθρώπινο δυναμικό και δυνατότητες ανάπτυξης να αρκεστεί στον ρόλο μιας χώρας υπηρεσιών; Μπορεί να βλέπει τους νέους της να φεύγουν στο εξωτερικό, την ακρίβεια να πιέζει τα νοικοκυριά και την περιουσία να γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αποκτηθεί από τον μέσο Έλληνα;

Ο Απόστολος Πετράκης έθεσε ακριβώς αυτή την αγωνία: ότι ο εθνικός πλούτος πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί την κοινωνία που τον δημιούργησε και τον κληρονόμησε. Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο. Άλλο επένδυση και άλλο εκχώρηση. Άλλο ανάπτυξη και άλλο απώλεια ελέγχου.

Η Ακρόπολη δεν είναι «ένα ακόμη ακίνητο»

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην πολιτιστική κληρονομιά και στους αρχαιολογικούς χώρους.

Ακρόπολη, Κνωσός, Επίδαυρος. Δεν είναι απλώς τουριστικοί προορισμοί. Είναι κομμάτια της ελληνικής Ιστορίας. Και γι’ αυτό κάθε σύμβαση, κάθε ανάθεση και κάθε οικονομική δραστηριότητα που συνδέεται με τη διαχείριση υπηρεσιών γύρω από αυτά τα μνημεία οφείλει να βρίσκεται κάτω από το ισχυρότερο δυνατό φως διαφάνειας. Στη συζήτηση διατυπώθηκαν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για συμβάσεις και εταιρείες που δραστηριοποιούνται γύρω από αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και ερωτήματα για τους όρους σχετικών διαγωνισμών. Οι ισχυρισμοί αυτοί απαιτούν επίσημες απαντήσεις και τεκμηρίωση. Το πολιτικό ερώτημα όμως παραμένει ανεξάρτητα από αυτούς: Ποιος ελέγχει την αξιοποίηση της πολιτιστικής περιουσίας της Ελλάδας και με ποιους όρους; Όταν πρόκειται για την Ακρόπολη, την Κνωσό ή την Επίδαυρο, δεν αρκεί μια υπογραφή σε μια σύμβαση. Χρειάζεται απόλυτη διαφάνεια. Χρειάζεται λογοδοσία. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται να γνωρίζει ο πολίτης ποιος εισπράττει, πόσα εισπράττει και τι ακριβώς παίρνει ως αντάλλαγμα το Ελληνικό Δημόσιο.

Τέμπη: οι οικογένειες εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις

Η συζήτηση πέρασε αναπόφευκτα και στην τραγωδία των Τεμπών.

Εκεί ο τόνος άλλαξε. Γιατί πίσω από δικογραφίες, πραγματογνωμοσύνες, πολιτικές αντιπαραθέσεις και τηλεοπτικά πάνελ υπάρχουν οικογένειες. Υπάρχουν γονείς. Υπάρχουν άνθρωποι που έχασαν τα παιδιά τους.

Στην εκπομπή ακούστηκαν συγκλονιστικές αναφορές συγγενών θυμάτων και τέθηκαν ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διερευνήθηκαν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης. Οι καταγγελίες αυτές κρίνονται από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και δεν μπορεί μια δημοσιογραφική εκπομπή να υποκαταστήσει τη Δικαιοσύνη. Μπορεί όμως να κάνει κάτι απολύτως θεμιτό: Να απαιτεί απαντήσεις. Γιατί η Δικαιοσύνη δεν υπηρετείται με τη σιωπή. Υπηρετείται με την έρευνα, τα στοιχεία και την πλήρη διερεύνηση κάθε σοβαρού ισχυρισμού.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η παραίτηση

Ίσως όμως το βαθύτερο σημείο της συζήτησης Σερέτη – Πετράκη να μην αφορούσε ούτε εταιρείες ούτε πολιτικά πρόσωπα. Αφορούσε τον ίδιο τον πολίτη. Την παραίτηση. Την πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Την ευκολία με την οποία μια κοινωνία μπορεί να εξοργίζεται για λίγες ώρες στα κοινωνικά δίκτυα και την επόμενη ημέρα να επιστρέφει στην ίδια ακριβώς πραγματικότητα.

Ο Πετράκης επέμεινε σε τρεις απλές λέξεις:  Άκου. Δες. Επεξεργάσου. Όχι τυφλή αποδοχή. Όχι όμως και τυφλή απόρριψη. Γιατί ένας πραγματικά ελεύθερος πολίτης δεν χρειάζεται κανέναν να του υπαγορεύσει τι θα πιστεύει. Χρειάζεται πληροφορίες. Χρειάζεται στοιχεία. Χρειάζεται κρίση.

Όχι άλλα «όμορφα ψέματα» 

Μία ακόμη χαρακτηριστική φράση της συζήτησης ήταν ότι η κοινωνία έχει συνηθίσει να ακούει «όμορφα ψέματα» και να αποφεύγει τις «άσχημες αλήθειες». Και πράγματι, η εύκολη υπόσχεση είναι πάντοτε πιο ευχάριστη από τη δύσκολη πραγματικότητα. Η πραγματικότητα όμως παραμένει εκεί. Η ακρίβεια παραμένει. Το δημογραφικό παραμένει. Η φυγή νέων ανθρώπων παραμένει. Η δυσκολία απόκτησης κατοικίας παραμένει. Η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς παραμένει. Και αυτά δεν αντιμετωπίζονται ούτε με συνθήματα ούτε με κομματικές κραυγές. Αντιμετωπίζονται με πολιτικές αποφάσεις που μπορούν να ελεγχθούν και να κριθούν από τους πολίτες.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται υπηκόους

Το μήνυμα της συγκεκριμένης συζήτησης μπορεί τελικά να συμπυκνωθεί σε μία λέξη: Αντίληψη.

Να μην πιστεύεις επειδή κάτι ειπώθηκε στην τηλεόραση. Να μην απορρίπτεις επειδή κάποιος σου είπαν ότι είναι «γραφικός», «επικίνδυνος» ή «συστημικός». Να ζητάς αποδείξεις. Να συγκρίνεις. Να ελέγχεις. Να σκέφτεσαι. Γιατί η μεγαλύτερη μορφή υποδούλωσης δεν αρχίζει όταν κάποιος σου παίρνει κάτι με τη βία. Αρχίζει όταν σε πείθει ότι δεν αξίζει να αντιδράσεις, να ρωτήσεις ή να ελέγξεις. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους παθητικούς θεατές. Χρειάζεται πολίτες. Πολίτες που δεν παραδίδουν σε κανένα κόμμα, σε καμία κυβέρνηση, σε κανένα οικονομικό συμφέρον και σε κανένα μέσο ενημέρωσης το δικαίωμα να σκέφτονται για λογαριασμό τους. Και αυτό είναι το πραγματικό «ΟΧΙ» στην υποδούλωση. Όχι η κραυγή. Όχι η ύβρις. Όχι η τυφλή οργή. Αλλά η γνώση, η κρίση, η συμμετοχή και η απαίτηση για διαφάνεια.

Γιατί μια χώρα δεν χάνεται μόνο όταν χάνει το έδαφός της. Χάνεται όταν οι πολίτες της παύουν να αισθάνονται ότι τους ανήκει. Και τότε το ερώτημα δεν είναι ποιος θα μας σώσει.  Το ερώτημα είναι αν εμείς οι ίδιοι είμαστε ακόμη αποφασισμένοι να απαιτούμε λογοδοσία από όσους ασκούν εξουσία.

«Η ελευθερία δεν χαρίζεται. Διατηρείται μόνο όσο υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να παραιτηθούν από αυτήν».