«Τι γίνεται με τους ελεύθερους επαγγελματίες;» : Γρηγόρης Σερέτης, Φάνης Παπαχαρίτου

Ελεύθεροι επαγγελματίες σε ασφυξία – «Δουλεύουμε 16 ώρες για να πληρώνουμε το κράτος»

focusfm.gr
24 Σεπτεμβρίου 2026, 19:53

Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – ο ελεύθερος επαγγελματίας Φάνης Παπαχαρίτου περιέγραψε μια αγορά που, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται πλέον στα όριά της. Φόροι, εισφορές, λογαριασμοί, ανατιμήσεις, γραφειοκρατία και ένα διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος συνθέτουν, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στην εκπομπή, έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Η εικόνα που μεταφέρθηκε δεν ήταν εκείνη του «πλούσιου επιχειρηματία» που συχνά παρουσιάζεται στη δημόσια συζήτηση. Ήταν η εικόνα ενός ανθρώπου που ανοίγει το κατάστημά του το πρωί και πολλές φορές το κλείνει ύστερα από 14 ή 16 ώρες, προσπαθώντας στο τέλος του μήνα να καταλάβει όχι πόσα κέρδισε, αλλά ποιες υποχρεώσεις πρόλαβε να πληρώσει.

Ο Φάνης Παπαχαρίτου μίλησε έχοντας, όπως ανέφερε, 21 χρόνια εμπειρίας ως ελεύθερος επαγγελματίας. Μια διαδρομή που πέρασε από την οικονομική κρίση, τα μνημόνια, τα capital controls και την περίοδο της πανδημίας. Και η φράση που επανέλαβε ήταν χαρακτηριστική: «Ο κόσμος δεν έχει λεφτά».

Από ρύθμιση σε ρύθμιση

Στην Ελλάδα του 2026, σύμφωνα με την εικόνα που περιέγραψε, ένας μικρομεσαίος επιχειρηματίας δεν προσπαθεί απλώς να αναπτύξει την επιχείρησή του. Προσπαθεί να επιβιώσει. Και πολλές φορές επιβιώνει πηγαίνοντας από τη μία ρύθμιση στην επόμενη. Φόροι. Εισφορές. Ενέργεια. Καύσιμα. Μισθοδοσία. Προμηθευτές. Λογιστές. Νομικά έξοδα. Πρόστιμα. Υποχρεώσεις που αλλάζουν διαρκώς.

Ο Παπαχαρίτου έφερε μάλιστα προσωπικό παράδειγμα προστίμου 3.000 ευρώ σχετικά με την ψηφιακή κάρτα εργασίας. Όπως υποστήριξε, παρότι υπήρχαν στοιχεία ότι εργαζόμενη είχε πραγματοποιήσει κανονικά τις απαιτούμενες καταγραφές, παρουσιάστηκε πρόβλημα συγχρονισμού της εφαρμογής. Ο ίδιος ανέφερε ότι αναγκάστηκε να καταβάλει ήδη περίπου 1.000 ευρώ σε δικηγόρο για να προσβάλει το πρόστιμο. Το ερώτημα που έθεσε είναι απλό: Ακόμη και αν τελικά δικαιωθεί, ποιος θα του επιστρέψει τα χρήματα, τον χρόνο και την ταλαιπωρία;

Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα της μικρομεσαίας αγοράς: ότι ο πολίτης καλείται πολλές φορές να αποδείξει πως δεν είναι ένοχος για ένα λάθος που ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν έκανε.

«Ό,τι μπαίνει στο ταμείο δεν μπαίνει στην τσέπη»

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος μύθος που επιχειρήθηκε να καταρριφθεί στη συζήτηση.

Η αντίληψη ότι ο τζίρος μιας επιχείρησης είναι και εισόδημα του ιδιοκτήτη της. Δεν είναι. Από κάθε ευρώ που περνάει από το ταμείο προηγούνται δεκάδες υποχρεώσεις πριν μείνει το πραγματικό καθαρό εισόδημα. Ο ελεύθερος επαγγελματίας αγοράζει ακριβότερα από τον προμηθευτή του, πληρώνει ακριβότερη ενέργεια και καύσιμα και βλέπει τα λειτουργικά του έξοδα να αυξάνονται. Μπορεί όμως να μεταφέρει ολόκληρη αυτή την αύξηση στον πελάτη; Όχι πάντα. Γιατί υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο όριο: η τσέπη του καταναλωτή. Αν το προϊόν γίνει απλησίαστο, ο καταναλωτής απλώς σταματά να το αγοράζει. Και τότε ο μικρός επιχειρηματίας βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο μυλόπετρες: από τη μία τα αυξανόμενα κόστη και από την άλλη τη μειωμένη αγοραστική δύναμη.

Η αγορά «σβήνει» μετά τις 18 του μήνα

Ίσως η πιο χαρακτηριστική περιγραφή της εκπομπής αφορούσε αυτό που συμβαίνει μετά τα μέσα κάθε μήνα.  Ο Παπαχαρίτου υποστήριξε ότι περίπου από τις 18 έως τις 20 του μήνα η αγορά «παγώνει». Οι πρώτες ημέρες μπορεί να έχουν κάποια κίνηση. Στη συνέχεια όμως, όπως περιέγραψε, η κατανάλωση πέφτει απότομα.

Η ερμηνεία του είναι ξεκάθαρη: τα διαθέσιμα χρήματα των νοικοκυριών έχουν ήδη κατευθυνθεί σε ενοίκια, λογαριασμούς, τρόφιμα, καύσιμα και βασικές υποχρεώσεις. Όταν αυτά πληρωθούν, δεν περισσεύουν πολλά για την πραγματική αγορά. Και εκεί αποκαλύπτεται η μεγάλη αντίφαση.

Μπορεί οι αριθμοί και οι κυβερνητικές ανακοινώσεις να παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη μακροοικονομική εικόνα. Ο επαγγελματίας όμως μετρά κάτι πολύ πιο απλό: πόσοι άνθρωποι μπαίνουν στο μαγαζί του και πόσοι τελικά αγοράζουν.

Μισθωτός και επαγγελματίας δεν είναι αντίπαλοι

Ένα από τα ουσιαστικότερα σημεία της συζήτησης ήταν η άρνηση του τεχνητού πολέμου μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη. Ο εργαζόμενος πιέζεται από την ακρίβεια. Ο μικρομεσαίος εργοδότης πιέζεται από την ακρίβεια. Ο ένας βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται και ο άλλος βλέπει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησής του να εκτοξεύεται. Ποιος κερδίζει λοιπόν όταν αυτοί οι δύο στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου; Σίγουρα όχι η πραγματική οικονομία.

Η αύξηση ενός ονομαστικού μισθού έχει πραγματική σημασία μόνο εφόσον αυξάνει και την αγοραστική δύναμη. Αν ταυτόχρονα αυξάνονται τρόφιμα, ενέργεια, στέγη και καθημερινές δαπάνες, ο εργαζόμενος μπορεί να παίρνει περισσότερα ευρώ αλλά να εξακολουθεί να αισθάνεται ότι αγοράζει λιγότερα. Και ο μικρός εργοδότης, την ίδια στιγμή, καλείται να καλύψει αυξημένο μισθολογικό και λειτουργικό κόστος. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος που περιέγραψε η συζήτηση.

Ο θυμός στρέφεται στον λάθος άνθρωπο

Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Ο καταναλωτής βλέπει μια αυξημένη τιμή και ξεσπά στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Στον φούρναρη. Στον περιπτερά. Στον εστιάτορα. Στον έμπορο. Στον μικρό επαγγελματία της γειτονιάς.

Όμως η τελική τιμή έχει ήδη διαμορφωθεί από μια ολόκληρη αλυσίδα κόστους: πρώτη ύλη, μεταφορές, ενέργεια, καύσιμα, προμηθευτές, φόρους και λειτουργικές δαπάνες.

Αυτό ακριβώς τόνισε ο Παπαχαρίτου: ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν μπορεί ανεξέλεγκτα να αυξάνει τις τιμές, διότι στο τέλος θα χάσει τον ίδιο τον πελάτη του.

Το πραγματικό ερώτημα

Ο Γρηγόρης Σερέτης έθεσε τη συζήτηση ακόμη πιο βαθιά.

Για πόσο μπορεί να συνεχιστεί μια οικονομία στην οποία ο παραγωγικός πολίτης αισθάνεται ότι τιμωρείται επειδή εργάζεται, επιχειρεί και δημιουργεί; Γιατί ένας νέος άνθρωπος να ανοίξει επιχείρηση; Γιατί να αναλάβει το ρίσκο; Γιατί να επενδύσει; Γιατί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας όταν αισθάνεται ότι κάθε χρόνο προστίθεται μια καινούργια υποχρέωση; Και κυρίως: τι οικονομία θα μείνει αν κλείσουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις;

Μια χώρα χωρίς ισχυρή μικρομεσαία τάξη κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια οικονομία λίγων πολύ μεγάλων παικτών και πολλών οικονομικά εξαρτημένων πολιτών. Δεν χρειάζεται άλλος διχασμός

Η συζήτηση Σερέτη – Παπαχαρίτου κατέληξε και σε κάτι ακόμη.

Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από έναν ακόμη εμφύλιο μεταξύ μισθωτών και επαγγελματιών. Έχει ανάγκη να καταλάβει ότι τα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Όταν ο εργαζόμενος δεν έχει χρήματα, δεν ψωνίζει. Όταν δεν ψωνίζει, ο επαγγελματίας δεν έχει τζίρο. Όταν ο επαγγελματίας δεν έχει τζίρο, δεν μπορεί να επενδύσει ή να προσλάβει. Και όταν κλείσει η επιχείρηση, χάνονται και θέσεις εργασίας. Τόσο απλά.

Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να ανακαλύψουμε ακόμη έναν «εχθρό» μέσα στην ίδια την κοινωνία. Το ζητούμενο είναι να κοιτάξουμε την πραγματική οικονομία κατάματα. Να δούμε τι μένει στην τσέπη του εργαζομένου. Τι μένει στο ταμείο του επαγγελματία. Πόσο κοστίζει η ενέργεια. Πόσο κοστίζει η λειτουργία μιας επιχείρησης. Και πόσοι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να φτάσουν στο τέλος του μήνα χωρίς νέα χρέη. Γιατί η οικονομία δεν είναι μόνο ποσοστά, διαγράμματα και ανακοινώσεις. Οικονομία είναι ο άνθρωπος που σηκώνει το ρολό το πρωί χωρίς να γνωρίζει αν στο τέλος της ημέρας θα έχει βγάλει το μεροκάματο. Οικονομία είναι ο εργαζόμενος που μετράει τα χρήματα μέχρι την επόμενη πληρωμή. Οικονομία είναι το μικρό μαγαζί που προσπαθεί να μη σβήσει. Και όταν μια αγορά, όπως περιγράφηκε στην εκπομπή, αρχίζει να «σβήνει» από τις 18 του μήνα, αυτό δεν είναι απλώς ένα παράπονο ενός επαγγελματία. Είναι ένα καμπανάκι που αξίζει να ακουστεί. Γιατί, όπως λέει και η παλιά φράση:

«Όταν κλείνει το μαγαζί της γειτονιάς, δεν χάνει μόνο ο μαγαζάτορας. Φτωχαίνει ολόκληρη η γειτονιά.»