Η χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα έφτασε σήμερα στα 162,7 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 96,9 ευρώ μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα.
Η αύξηση αγγίζει το 68% σε επτά ημέρες. Το γεγονός αφορά άμεσα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, γιατί οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς μεταφέρονται σταδιακά στους τελικούς λογαριασμούς, είτε μέσω κυμαινόμενων τιμολογίων είτε μέσω πιέσεων στους παρόχους. Η κυβέρνηση παρουσιάζει εδώ και χρόνια τη μαζική ανάπτυξη ανεμογεννητριών στα βουνά και φωτοβολταϊκών στους κάμπους ως τη βασική λύση για φθηνότερη ενέργεια. Η Ελλάδα προβάλλεται ως πρωταθλήτρια στην πράσινη μετάβαση, με συνεχείς επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Ωστόσο, η υπόσχεση ότι η πράσινη ενέργεια θα μείωνε οριστικά το κόστος για τον καταναλωτή δεν έχει επιβεβαιωθεί στην πράξη. Το ρεύμα παραμένει ακριβό και οι αυξήσεις επαναλαμβάνονται, συρρικνώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα. Πίσω από το νέο άλμα βρίσκεται ο συνδυασμός καύσωνα και υψηλής ζήτησης, χαμηλής αιολικής παραγωγής, λειψυδρίας που περιορίζει τα υδροηλεκτρικά, αλλά και της ανόδου της τιμής του φυσικού αερίου που κινείται κοντά στα 65 ευρώ ανά μεγαβατώρα (αύξηση περίπου 6,7% στην ίδια περίοδο).
Οι γεωπολιτικές εντάσεις προσθέτουν επιπλέον πίεση. Όσο το σύστημα εξακολουθεί να βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στο φυσικό αέριο για την κάλυψη της ζήτησης όταν οι ΑΠΕ δεν αποδίδουν, το κόστος παραμένει ευάλωτο.
Εάν η εκτεταμένη εγκατάσταση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας είχε ως κεντρικό στόχο τη μείωση της τιμής του ρεύματος, γιατί οι καταναλωτές συνεχίζουν να βλέπουν αυξήσεις και γιατί το ηλεκτρικό ρεύμα δεν έχει μετατραπεί σε φθηνό αγαθό; Οι επενδύσεις προχωρούν, οι εγκαταστάσεις πληθαίνουν, αλλά ο λογαριασμός παραμένει βαρύς. Παράλληλα, η κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει και το φαινόμενο του «ενεργειακού τουρισμού», όπου καταναλωτές αλλάζουν επανειλημμένα πάροχο αφήνοντας πίσω απλήρωτες οφειλές, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την αγορά.
Η πραγματικότητα των αριθμών δείχνει ότι η πράσινη μετάβαση, όπως υλοποιείται μέχρι σήμερα, δεν έχει παραδώσει τη φθηνή ενέργεια που είχε υποσχεθεί στους πολίτες. Οι αυξήσεις συνεχίζονται και το κόστος το επωμίζονται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.



