Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη, που μεταδίδεται μέσα από τη συχνότητα του Focus FM 103,6 και του ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα, άνοιξε για ακόμη μία φορά ένας φάκελος που κανονικά θα έπρεπε να προκαλεί πολιτικό σεισμό: η κατάσταση στην Ελληνική Αστυνομία, στις φυλακές και συνολικά στον μηχανισμό ασφαλείας της χώρας.
Καλεσμένος του Γρηγόρη Σερέτη ήταν ο σύμβουλος διαχείρισης κρίσεων Άγγελος Αγραφιώτης, ο οποίος περιέγραψε μια πραγματικότητα που απέχει πολύ από την εικόνα ασφάλειας που επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση. Και το ερώτημα πλέον είναι απλό: Ποιος φυλάει αυτή τη χώρα;
Γιατί όταν κρατούμενοι δραπετεύουν κατά τη διάρκεια μεταγωγών, όταν ένοπλοι μπορούν να επιτεθούν σε εξωτερικούς φρουρούς και να πάρουν κρατούμενο, όταν ασθενοφόρο μεταφέρει κρατούμενο χωρίς την προβλεπόμενη συνοδεία και όταν μία απόδραση γίνεται γνωστή ουσιαστικά όταν ανακοινώνεται… η σύλληψη του δραπέτη, τότε δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο λάθος. Μιλάμε για σύστημα που εμφανίζει επικίνδυνες ρωγμές.
Η απόδραση που… μάθαμε μετά τη σύλληψη
Ο Άγγελος Αγραφιώτης αναφέρθηκε στην περίπτωση κρατουμένου που, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στην εκπομπή, δραπέτευσε στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια μεταγωγής και συνελήφθη λίγες ημέρες αργότερα. Το εξωφρενικό; Όπως καταγγέλθηκε στη συζήτηση, η απόδραση δεν είχε προηγουμένως ανακοινωθεί δημόσια.
Η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε τη σύλληψη ενός δραπέτη χωρίς να έχει ενημερωθεί εγκαίρως ότι υπήρχε δραπέτης! Και εδώ αρχίζουν τα πολύ σοβαρά ερωτήματα. Γιατί δεν υπήρξε ενημέρωση; Πώς κατάφερε να διαφύγει; Τηρήθηκαν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα κατά τη μεταγωγή; Και κυρίως: αν ένας κρατούμενος κυκλοφορεί ελεύθερος, δεν δικαιούται να το γνωρίζει ο πολίτης;
Δεν μπορεί η ενημέρωση να λειτουργεί αλά καρτ. Δεν γίνεται η αποτυχία να περνά στα ψιλά και η σύλληψη να μετατρέπεται σε επικοινωνιακό θρίαμβο. Ασφάλεια δεν είναι το δελτίο Τύπου. Ασφάλεια είναι να μη σου φύγει ο κρατούμενος εξαρχής.
Ένοπλοι επιτίθενται σε φρουρούς και παίρνουν κρατούμενο
Ακόμη βαρύτερη ήταν η αναφορά του Αγραφιώτη σε άλλο περιστατικό, όπου ένοπλοι φέρονται να επιτέθηκαν σε εξωτερικούς φρουρούς, να αφοπλίζουν έναν από αυτούς και να απομακρύνουν κρατούμενο. Εάν τέτοια περιστατικά δεν σημάνουν συναγερμό, τότε τι ακριβώς περιμένουμε; Να μετατραπούν οι μεταγωγές σε επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου μέσα στις ελληνικές πόλεις; Να κινδυνεύουν αστυνομικοί, σωφρονιστικοί υπάλληλοι και πολίτες μέχρι να παραδεχθεί κάποιος ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα;
Στην ίδια συνέντευξη τέθηκε και περιστατικό μεταφοράς κρατουμένου από σωφρονιστικό κατάστημα προς νοσοκομείο, όπου, σύμφωνα με όσα περιγράφηκαν, το ασθενοφόρο ξεκίνησε χωρίς την προβλεπόμενη συνοδεία και η συνοδεία ακολούθησε αργότερα. Εδώ πλέον δεν χρειάζεται αντιπολιτευτική υπερβολή. Τα ίδια τα περιστατικά είναι αρκετά.
Και ο υπουργός μάς λέει «θα γυρίσει»…
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσαν και δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη για κρατούμενο που δεν επέστρεψε από άδεια. Η απάντηση «πιστεύω ότι θα γυρίσει» μπορεί να ακούγεται καθησυχαστική σε ένα τηλεοπτικό πλατό. Για τον πολίτη όμως το ερώτημα είναι διαφορετικό: Κι αν δεν γυρίσει; Η κρατική ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται στην καλή θέληση εκείνου που παραβιάζει τους όρους της άδειάς του. Ούτε αρκεί να ακούμε ότι «θα συλληφθεί». Το ζητούμενο είναι να λειτουργούν οι θεσμοί με τρόπο που να περιορίζει τον κίνδυνο πριν αυτός δημιουργηθεί. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής του Αγραφιώτη: ότι το υπουργείο επενδύει υπερβολικά στην επικοινωνιακή διαχείριση, ενώ η πραγματικότητα στους δρόμους, στις μεταγωγές και στις φυλακές απαιτεί επιχειρησιακή σοβαρότητα.
Φυλακές που ασφυκτιούν
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά που δεν πρέπει να κρυφτεί.
Στη συνέντευξη έγινε λόγος για σοβαρό υπερπληθυσμό των ελληνικών φυλακών και για συνθήκες που κάθε άλλο παρά υπηρετούν τον πραγματικό σωφρονισμό. Και εδώ η κυβέρνηση δεν μπορεί να παίζει κρυφτό. Αν οι φυλακές δεν επαρκούν, δημιουργείς τις απαραίτητες υποδομές. Αν υπάρχει έλλειψη προσωπικού, ενισχύεις το προσωπικό. Αν οι μεταγωγές έχουν κενά ασφαλείας, αλλάζεις τα πρωτόκολλα. Δεν ανακαλύφθηκε το πρόβλημα χθες. Κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν, υπουργοί αλλάζουν καρέκλες, εξαγγελίες γίνονται, όμως οι παθογένειες παραμένουν. Και κάθε φορά που συμβαίνει το επόμενο περιστατικό, αρχίζει ο ίδιος χορός: δηλώσεις, έρευνες, ΕΔΕ, τηλεοπτικές εμφανίσεις και μετά… σιωπή. Μέχρι το επόμενο.
Ο αστυνομικός δεν χρειάζεται άλλα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα
Αυτό που επίσης πρέπει να ειπωθεί καθαρά είναι ότι η κριτική στην ηγεσία δεν αποτελεί επίθεση στον απλό αστυνομικό. Το αντίθετο. Χιλιάδες αστυνομικοί καλούνται καθημερινά να δουλέψουν κάτω από δύσκολες συνθήκες, να αντιμετωπίσουν επικίνδυνες καταστάσεις και να καλύψουν οργανωτικές ανεπάρκειες που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι. Ο Έλληνας αστυνομικός δεν χρειάζεται άλλες μεγαλόστομες εξαγγελίες. Χρειάζεται προσωπικό. Χρειάζεται εκπαίδευση. Χρειάζεται εξοπλισμό. Χρειάζεται ξεκάθαρη διοίκηση. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται μια πολιτική ηγεσία που θα τον αφήσει να κάνει τη δουλειά του, αντί να αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως τηλεοπτικό προϊόν.
Η ασφάλεια δεν είναι σύνθημα
Η Νέα Δημοκρατία επένδυσε πολιτικά όσο λίγες κυβερνήσεις στο δόγμα «νόμος και τάξη». Υποσχέθηκε ασφάλεια. Υποσχέθηκε αποτελεσματικό κράτος. Υποσχέθηκε έλεγχο. Επτά χρόνια αργότερα, όμως, το ερώτημα παραμένει: Νιώθει πραγματικά ασφαλής ο πολίτης; Γιατί η ασφάλεια δεν μετριέται από το πόσες νέες υπηρεσίες βαφτίστηκαν, ούτε από το πόσες κάμερες στήθηκαν για δηλώσεις υπουργών. Μετριέται στην πράξη. Στο αν λειτουργεί η μεταγωγή. Στο αν φυλάσσεται σωστά ένας κρατούμενος. Στο αν προστατεύεται ο αστυνομικός. Στο αν οι φυλακές λειτουργούν. Στο αν ο πολίτης ενημερώνεται. Και κυρίως στο αν, όταν το κράτος αποτυγχάνει, έχει το θάρρος να το παραδεχθεί αντί να προσπαθεί να μετατρέψει την αποτυχία σε επικοινωνιακή «επιτυχία».
Γιατί κράτος που κρύβει την απόδραση και πανηγυρίζει για τη σύλληψη δεν παράγει ασφάλεια. Παράγει εικόνα ασφάλειας. Και η εικόνα, όσο καλά κι αν φωτιστεί στα τηλεοπτικά στούντιο, δεν μπορεί να περιπολήσει στους δρόμους. Δεν μπορεί να φυλάξει τις φυλακές. Δεν μπορεί να συνοδεύσει έναν κρατούμενο. Δεν μπορεί να προστατεύσει έναν πολίτη.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλες κορδέλες, νέους τίτλους υπηρεσιών και τηλεοπτικές διαβεβαιώσεις. Χρειάζεται σοβαρό κράτος. Και μέχρι να αποκτήσει τέτοιο κράτος, κάθε απόδραση δεν θα είναι απλώς μια αστυνομική είδηση. Θα είναι άλλη μία υπενθύμιση ότι, όταν η επικοινωνία αντικαθιστά τη διοίκηση, στο τέλος δεν δραπετεύουν μόνο οι κρατούμενοι. Δραπετεύει και η ίδια η ασφάλεια του πολίτη.
«Ένα κράτος κρίνεται όχι από όσα υπόσχεται όταν όλα πηγαίνουν καλά, αλλά από το αν μπορεί να προστατεύσει τον πολίτη όταν όλα πάνε στραβά.»



