«Η προπαγάνδα των Τούρκων» : Γρηγόρης Σερέτης, Νίκος Καραμπουρνιώτης

Η προπαγάνδα δεν απαντιέται με σιωπή – Το καμπανάκι για Ελλάδα και Αιγαίο. Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη «Κόντρα στο Σύστημα» στον Focus FM 103,6 και ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – άνοιξε μία συζήτηση που δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά το σήμερα, αλλά κυρίως το αύριο. Ο Γρηγόρης Σερέτης συνομίλησε με τον Νίκο Καραμπουρνιώτη για τη Μικρασιατική Καταστροφή, την ιστορική μνήμη, την τουρκική προπαγάνδα, το Αιγαίο και την αδυναμία της Ελλάδας να απαντήσει οργανωμένα σε έναν επικοινωνιακό πόλεμο που, όπως υποστήριξε ο καλεσμένος του, διεξάγεται εδώ και χρόνια.

focusfm.gr
15 Σεπτεμβρίου 2026, 22:43

Και το ερώτημα που μένει είναι αμείλικτο: Όταν ο άλλος επενδύει στη δική του αφήγηση, εσύ μέχρι πότε θα απαντάς με… «αυστηρά μηνύματα»;

Η συζήτηση ξεκίνησε από τις μαύρες ημέρες του Σεπτεμβρίου και τη μνήμη του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Ο Σερέτης έθεσε εξαρχής ένα απλό αλλά σκληρό ερώτημα: αν δεν υπήρχαν Facebook, Instagram και τα υπόλοιπα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πόσοι Έλληνες θα αντιλαμβάνονταν από τη δημόσια ζωή της χώρας ότι αυτές τις ημέρες τιμάται μία από τις πιο τραγικές σελίδες του Ελληνισμού; Γιατί η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία ανάρτηση, ένα «like», μία φωτογραφία και ένα θλιμμένο εικονίδιο. Ένα έθνος δεν κρατά έτσι ζωντανή την ιστορία του.

Μια μάχη που δίνεται και στις οθόνες

Ο Νίκος Καραμπουρνιώτης στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτό που περιέγραψε ως ισχυρό τουρκικό μηχανισμό προπαγάνδας. Η Τουρκία, όπως ανέφερε στη συζήτηση, δεν περιορίζεται στην προβολή των θέσεών της στο εσωτερικό της. Επενδύει στη διεθνή επικοινωνία, δημιουργεί περιεχόμενο σε άλλες γλώσσες και επιχειρεί να περάσει τη δική της εκδοχή των γεγονότων σε ακροατήρια πέρα από τα σύνορά της. Στην εκπομπή έγινε ειδική αναφορά στο TRT Ελληνικά και στη μετάφραση τουρκικού περιεχομένου στα ελληνικά. Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Οι άλλοι μιλούν στη δική μας γλώσσα για να επικοινωνήσουν τη δική τους θέση. Εμείς μιλάμε στη δική τους; Μεταφράζουμε συστηματικά στα τουρκικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά ή στα γερμανικά τεκμήρια και ιστορικό υλικό για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης; Δίνουμε στον ξένο πολίτη τη δυνατότητα να γνωρίσει την ελληνική οπτική ή θεωρούμε ότι επειδή εμείς γνωρίζουμε –ή νομίζουμε ότι γνωρίζουμε– την ιστορία μας, αυτομάτως την γνωρίζει και ολόκληρος ο πλανήτης; Η απάντηση που προκύπτει από τη συζήτηση είναι δυσάρεστη: όχι αρκετά. Η Ελλάδα της… ανακοίνωσης. Κάθε φορά που η Άγκυρα προκαλεί, ακούμε σχεδόν το ίδιο έργο. «Η Αθήνα απαντά αυστηρά». «Η Αθήνα στέλνει μήνυμα». «Η Αθήνα παρακολουθεί με ψυχραιμία». Πόσα «αυστηρά μηνύματα» χρειάζεται όμως μία χώρα πριν αντιληφθεί ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι διαγωνισμός σύνταξης ανακοινώσεων;

Η επικοινωνία είναι κομμάτι της εθνικής στρατηγικής.

Και όταν η άλλη πλευρά επιχειρεί να εμπεδώσει διεθνώς έννοιες και αφηγήματα που εξυπηρετούν τις διεκδικήσεις της, η Ελλάδα δεν μπορεί να βρίσκεται μονίμως ένα βήμα πίσω. Στη συζήτηση τέθηκε χαρακτηριστικά το ζήτημα του «TurkAegean». Η ανησυχία που εκφράστηκε είναι ότι τέτοιες έννοιες, όταν επαναλαμβάνονται επί χρόνια σε διεθνές ακροατήριο, αποκτούν επικοινωνιακή οικειότητα. Και εδώ δεν χρειάζονται κραυγές. Χρειάζεται σχέδιο. Πού είναι η ελληνική αντεπίθεση της αλήθειας;

Ο Καραμπουρνιώτης έθεσε μία συγκεκριμένη πρόταση: ελληνικοί φορείς και προσφυγικά σωματεία να μεταφράζουν συστηματικά στην τουρκική γλώσσα ιστορικό υλικό για τη Μικρασιατική Καταστροφή, την Ιωνία και τον Πόντο. Η πρόταση έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν μιλά για λογοκρισία ούτε για αντιπροπαγάνδα. Μιλά για επικοινωνία τεκμηρίων. Γιατί η απάντηση στην προπαγάνδα δεν πρέπει να είναι μία δεύτερη προπαγάνδα. Πρέπει να είναι η ιστορική γνώση. Ντοκουμέντα. Αρχεία. Μαρτυρίες. Διεθνής παρουσία. Πολιτισμός. Και κυρίως Παιδεία. Τι μαθαίνουν τα ελληνόπουλα;

Ίσως το πιο ενοχλητικό κομμάτι της συζήτησης ήταν αυτό που αφορά τα σχολεία. Πόσα παιδιά γνωρίζουν πραγματικά τι συνέβη στη Μικρά Ασία; Πόσα γνωρίζουν για τον Πόντο; Πόσα μπορούν να εξηγήσουν τι ήταν η Σμύρνη πριν από την Καταστροφή; Πόσα γνωρίζουν για τις ελληνικές κοινότητες που επί αιώνες έζησαν και δημιούργησαν στην απέναντι ακτή; Δεν αρκεί μία παράγραφος σε ένα βιβλίο. Δεν αρκεί μία ημερομηνία που πρέπει να αποστηθίσει ο μαθητής για να γράψει καλά στις εξετάσεις. Η ιστορία πρέπει να γίνεται γνώση και συνείδηση. Όχι μίσος.Όχι εκδίκηση. Μνήμη. Αυτό άλλωστε τονίστηκε στη συζήτηση: ο σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρείται προσωπικά υπεύθυνος για εγκλήματα που έγιναν πριν από έναν αιώνα.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ιστορία παραποιείται και χρησιμοποιείται ως εργαλείο για νέες διεκδικήσεις και νέο φανατισμό. Αυτή είναι μία κρίσιμη διάκριση. Πατριωτισμός δεν σημαίνει μίσος απέναντι στον άλλο λαό. Σημαίνει να μην επιτρέπεις σε κανέναν να σου διαγράψει τη μνήμη.

Το Αιγαίο δεν υπερασπίζεται μόνο ο Στόλος

Ένα ακόμη σημαντικό σημείο της συζήτησης ήταν η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς των ελληνικών νησιών. Γιατί ένα νησί δεν είναι ελληνικό μόνο επειδή υπάρχει πάνω του μία σημαία. Υπάρχουν ιστορία, αρχαιολογικά κατάλοιπα, εκκλησίες, οικισμοί, τοπωνύμια, παραδόσεις, τραγούδια, έθιμα και ανθρώπινη παρουσία αιώνων. Αυτά αποτελούν εθνικό κεφάλαιο. Και πρέπει να αναδεικνύονται. Μουσεία, πολιτιστικές διαδρομές, επιστημονικές εκδόσεις, διεθνή συνέδρια, ψηφιακά αρχεία, ντοκιμαντέρ και μεταφρασμένο υλικό μπορούν να δημιουργήσουν μία τεράστια ασπίδα ιστορικής γνώσης.

Η Ελλάδα διαθέτει το υλικό.

Αυτό που συχνά λείπει είναι η οργανωμένη βούληση να το χρησιμοποιήσει. Η μνήμη δεν είναι ακροδεξιά – είναι υποχρέωση.

Στην εκπομπή έγινε και μία εξαιρετικά σημαντική διάκριση ανάμεσα στον πατριωτισμό και την πατριδοκαπηλία. Η αγάπη για την πατρίδα δεν είναι φασισμός. Η ελληνική σημαία δεν είναι κομματικό σύμβολο. Η ιστορική μνήμη δεν ανήκει ούτε στη Δεξιά ούτε στην Αριστερά. Ανήκει σε έναν λαό. Και όποιος επιχειρεί να μετατρέψει την αγάπη για την πατρίδα είτε σε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης είτε σε κάτι για το οποίο ο Έλληνας πρέπει να απολογείται, κάνει τεράστια ζημιά. Μπορούμε να θέλουμε ειρήνη με την Τουρκία και ταυτόχρονα να γνωρίζουμε την ιστορία. Μπορούμε να σεβόμαστε τον σημερινό Τούρκο πολίτη και ταυτόχρονα να μη δεχόμαστε την παραχάραξη των γεγονότων. Μπορούμε να επιδιώκουμε καλές σχέσεις και ταυτόχρονα να υπερασπιζόμαστε χωρίς εκπτώσεις τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Αυτά δεν είναι αντιφατικά. Είναι αυτονόητα για ένα σοβαρό κράτος.

Το κράτος πρέπει επιτέλους να μιλήσει

Στη συζήτηση τέθηκε επίσης η πρόταση δημιουργίας ενός πραγματικού Εθνικού Μνημείου Γενοκτονίας, ενταγμένου ακόμη και στο πρωτόκολλο επισκέψεων ξένων ηγετών. Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς την πρόταση, ανοίγει μία πολύ μεγαλύτερη συζήτηση: Πώς επικοινωνεί η Ελλάδα διεθνώς τη δική της ιστορία; Περιμένουμε από ξένες κυβερνήσεις, ξένα μέσα ενημέρωσης και ξένους πολίτες να γνωρίζουν όσα εμείς οι ίδιοι δεν προβάλλουμε; Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί έτσι.

Κανείς δεν θα αφηγηθεί την ιστορία σου καλύτερα από εσένα.

Και αν αφήσεις κενό, κάποιος άλλος θα σπεύσει να το γεμίσει με τη δική του εκδοχή. Δεν χρειαζόμαστε φόβο. Χρειαζόμαστε σοβαρότητα. Στη συνέντευξη εκφράστηκε ακόμη ανησυχία ότι η κλιμάκωση της εθνικιστικής ρητορικής στην Τουρκία μπορεί να οδηγήσει κάποια στιγμή ακόμη και σε σοβαρό επεισόδιο. Πρόκειται για εκτίμηση του συνομιλητή και όχι για βεβαιότητα – ο ίδιος άλλωστε εξέφρασε την ευχή να επικρατήσει ειρήνη. Ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα δεν χρειάζεται πανικό. Χρειάζεται προετοιμασία. Χρειάζεται εθνική αυτοπεποίθηση. Χρειάζεται διπλωματία που δεν θα τρέχει πίσω από τις εξελίξεις. Χρειάζεται Παιδεία που δεν φοβάται την ιστορία. Χρειάζεται διεθνή επικοινωνιακή πολιτική. Και χρειάζεται έναν λαό που γνωρίζει χωρίς να μισεί και θυμάται χωρίς να φανατίζεται. Γιατί η λήθη είναι το καλύτερο δώρο σε εκείνον που θέλει αύριο να ξαναγράψει το χθες. Ο Γρηγόρης Σερέτης και ο Νίκος Καραμπουρνιώτης άνοιξαν μία συζήτηση που δεν πρέπει να κλείσει μόλις σβήσουν τα μικρόφωνα.

Διότι τελικά το ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία κάνει αποτελεσματική επικοινωνιακή πολιτική. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Τι κάνει η Ελλάδα; Πού είναι η οργανωμένη διεθνής καμπάνια; Πού είναι το μεταφρασμένο ιστορικό υλικό; Πού είναι η συστηματική ανάδειξη των ακριτικών νησιών; Πού είναι η ουσιαστική διδασκαλία της ιστορίας; Πού είναι η εθνική στρατηγική που δεν αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει υπουργός;

Γιατί οι λαοί που ξεχνούν την ιστορία τους δεν χάνουν μόνο το παρελθόν τους. Κινδυνεύουν να αφήσουν άλλους να γράψουν και το μέλλον τους. Και όπως θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία φράση όλη αυτή η συζήτηση:

«Η αλήθεια που δεν υπερασπίζεσαι, αφήνει χώρο στο ψέμα να γίνει αφήγημα.»

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να κατασκευάσει ιστορία. Χρειάζεται επιτέλους να μάθει να υπερασπίζεται και να επικοινωνεί τη δική της.