Αυτό που ξεδιπλώθηκε μέσα από τη συζήτηση δεν ήταν απλώς μια ακόμη καταγγελία. Ήταν μια ωμή, σχεδόν απογυμνωμένη εικόνα ενός συστήματος που όπως υποστηρίζεται, όχι μόνο απέτυχε να προστατεύσει ανθρώπινες ζωές, αλλά επιχειρεί και να διαχειριστεί την επόμενη μέρα με όρους συγκάλυψης, ανταλλαγών και επιλεκτικής «δικαιοσύνης».
Η οργή των συγγενών δεν είναι καινούργια. Όμως πλέον αποκτά συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν ζητούν απλώς να «πέσει φως». Ζητούν τιμωρία. Και όχι τιμωρία συμβολική. Ζητούν όπως ειπώθηκε ξεκάθαρα, φυλακή για όσους ευθύνονται. Όχι πολιτικές παραιτήσεις, όχι επικοινωνιακές συγγνώμες. Ποινικές ευθύνες.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η υπόθεση της διαχείρισης του εγκλήματος των Τεμπών, με αιχμές για πολιτικά πρόσωπα, για δικαστικές καθυστερήσεις, αλλά και για μια συνολική εικόνα ατιμωρησίας που, σύμφωνα με τον καλεσμένο, χαρακτηρίζει τη χώρα εδώ και δεκαετίες. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά ότι η υπόθεση «σέρνεται» μέσα από αλλεπάλληλους εισαγγελείς και διαδικασίες, χωρίς ουσιαστική πρόοδο, ενώ κρίσιμα στοιχεία είτε δεν έχουν αναδειχθεί είτε, όπως καταγγέλλεται, έχουν εξαφανιστεί ή δεν αξιοποιούνται επαρκώς.
Ακόμη πιο βαριά είναι η καταγγελία περί «αναβάθμισης» προσώπων που είχαν εμπλοκή στη διαχείριση της τραγωδίας. Μια πρακτική που, αν ισχύει, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: επιβραβεύονται τελικά οι υπεύθυνοι αντί να λογοδοτούν; Το ζήτημα της Δικαιοσύνης τίθεται στο τραπέζι με έντονο τρόπο. Γιατί, όπως ειπώθηκε, η καθυστέρηση δεν είναι απλώς διοικητική δυσλειτουργία, είναι ενδεχομένως συνειδητή επιλογή. Όταν μια υπόθεση μετατρέπεται από κακούργημα σε πλημμέλημα, όταν οι κατηγορίες «μαλακώνουν», όταν τα χρονικά περιθώρια παραγραφής πλησιάζουν, τότε γεννάται το ερώτημα: πρόκειται για ανικανότητα ή για σχέδιο;
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο πολιτικό επίπεδο, με αιχμές για το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για την αντιπολίτευση, η οποία σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Αντί να πιέσει για πλήρη διαλεύκανση, φέρεται να συναίνεσε σε μια διαδικασία περιορισμένων ευθυνών. Και εκεί είναι που η υπόθεση παύει να είναι απλώς ένα τραγικό δυστύχημα. Μετατρέπεται σε καθρέφτη ενός ολόκληρου συστήματος.
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της συνέντευξης ήταν η αναφορά σε διαφοροποιήσεις μεταξύ των συγγενών των θυμάτων. Υποστηρίχθηκε ότι δεν υπάρχει ενιαία γραμμή, ενώ έγιναν αιχμές για πιθανές πιέσεις ή ακόμη και εξυπηρετήσεις προς ορισμένους. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία, η οποία αν επιβεβαιωθεί, δείχνει ότι η υπόθεση έχει ξεφύγει από τα όρια μιας δικαστικής διαδικασίας και έχει εισέλθει σε πεδίο πολιτικής διαχείρισης.
Την ίδια στιγμή, τέθηκαν ερωτήματα για τα πραγματικά αίτια της φωτιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση. Οι αναφορές σε «πιθανολογήσεις» και όχι σε σαφή πορίσματα ενισχύουν την αίσθηση ότι κρίσιμα στοιχεία παραμένουν στο σκοτάδι. Και όταν μιλάμε για ανθρώπινες ζωές, το «πιθανολογείται» δεν αρκεί.
Η ουσία, όμως, είναι αλλού. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν υπάρχει πραγματική βούληση να αποδοθεί Δικαιοσύνη. Γιατί η Ιστορία της Ελλάδας είναι γεμάτη από τραγωδίες που κατέληξαν σε λήθη. Από υποθέσεις που ξεκίνησαν με οργή και κατέληξαν σε σιωπή.
Οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών φαίνεται πως δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν να συμβεί το ίδιο. Επιμένουν. Καταθέτουν μηνύσεις. Αναζητούν στοιχεία. Πιέζουν. Και -κυρίως- μιλούν. Αυτό ίσως είναι και το πιο επικίνδυνο για το σύστημα. Γιατί όσο μιλούν, όσο επιμένουν, όσο δεν αποδέχονται τον ρόλο του «παθητικού θύματος», τόσο δυσκολεύουν τη διαδικασία της συγκάλυψης αν αυτή όντως υπάρχει.
Η κοινωνία, από την πλευρά της, δείχνει διχασμένη. Από τη μία, η αγανάκτηση. Από την άλλη, η κόπωση. Το γνωστό ελληνικό μοτίβο: ο θυμός που ξεσπά, αλλά δεν διαρκεί. Και εκεί ακριβώς ποντάρουν όσοι θέλουν να «περάσει» η υπόθεση. Στον χρόνο. Στην κόπωση. Στη λήθη. Όμως αυτή τη φορά ίσως τα πράγματα να είναι διαφορετικά. Γιατί οι αριθμοί δεν ξεχνιούνται εύκολα. Οι 57 ψυχές δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι οικογένειες, είναι ιστορίες, είναι ζωές που χάθηκαν με τρόπο που ακόμη δεν έχει εξηγηθεί πλήρως.
Και όσο δεν υπάρχει απάντηση, το ερώτημα θα επιστρέφει. Ποιος φταίει; Και κυρίως: θα πληρώσει κανείς; Η εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη δεν έδωσε όλες τις απαντήσεις. Έθεσε όμως με τον πιο ωμό τρόπο τα ερωτήματα. Και αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν.
Γιατί σε μια χώρα που θέλει να λέγεται κράτος δικαίου, η Δικαιοσύνη δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση. Και αν δεν αποδοθεί, τότε το πρόβλημα δεν είναι τα Τέμπη. Είναι το ίδιο το σύστημα.



