Η Ελευθερία Μοσχούς, εργαστηριακή ιατρός και εκπρόσωπος του κλάδου των ιδιωτών εργαστηριακών γιατρών, μίλησε για όσα, σύμφωνα με την ίδια, συμβαίνουν εδώ και χρόνια στον χώρο της Υγείας: για εργαστήρια που καταγγέλλεται ότι λειτουργούν χωρίς την ουσιαστική παρουσία γιατρού, για την οικονομική ασφυξία των εργαστηριακών ιατρών, για το clawback, για υπερσυνταγογράφηση, αλλά και για τις σχέσεις φαρμακευτικών εταιρειών με γιατρούς. Και κάπου εκεί η συζήτηση έφτασε στο ερώτημα που δύσκολα διατυπώνεται δημόσια: Μπορεί το φάρμακο που φτάνει στον ασθενή να επηρεάζεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, όχι μόνο από ιατρικά κριτήρια αλλά και από οικονομικά κίνητρα; Η απάντηση που έδωσε η κ. Μοσχούς, περιγράφοντας προσωπικές εμπειρίες από τα χρόνια που έκανε το αγροτικό της, ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Ανέφερε ότι εκπρόσωποι εταιρειών προσέγγιζαν γιατρούς προσφέροντας, κατά τα λεγόμενά της, οικονομικά κίνητρα για τη συνταγογράφηση συγκεκριμένων φαρμάκων. Η ίδια έσπευσε να ξεκαθαρίσει κάτι κρίσιμο: δεν είναι όλοι οι γιατροί ίδιοι. Και αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να στηθεί ένα λαϊκό δικαστήριο απέναντι σε έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Χιλιάδες γιατροί καθημερινά δίνουν μάχη, εργάζονται εξαντλητικά, στέκονται δίπλα στους ασθενείς και τιμούν την επιστήμη και τον όρκο τους.
Το ερώτημα είναι άλλο: Τι κάνει η Πολιτεία όταν υπάρχουν καταγγελίες για τους λίγους που ενδεχομένως μετατρέπουν την ιατρική πράξη σε εμπορική συναλλαγή; Ποιος ελέγχει ποιον; Ο Γρηγόρης Σερέτης επέμεινε. Δεν άφησε τη συζήτηση να χαθεί μέσα σε επιστημονικούς όρους και τεχνικές λεπτομέρειες. Έθεσε το ερώτημα όπως θα το έθετε ο απλός πολίτης: Εάν μια εταιρεία προσφέρει χρήματα ή άλλα οικονομικά κίνητρα σε έναν γιατρό για να προωθήσει συγκεκριμένο προϊόν, ποιος ελέγχει αυτή τη σχέση; Και, κυρίως, πώς προστατεύεται ο ασθενής; Γιατί ο άνθρωπος που κάθεται απέναντι από τον γιατρό δεν γνωρίζει τις εμπορικές σχέσεις της αγοράς. Δεν γνωρίζει ποια εταιρεία προωθεί τι, ποια συμφέροντα συγκρούονται ή ποιες οικονομικές συνεργασίες μπορεί να υπάρχουν. Ξέρει μόνο ένα πράγμα: ότι εμπιστεύεται την υγεία του σε έναν επιστήμονα. Αυτή η εμπιστοσύνη είναι ιερή. Και γι’ αυτό κάθε σκιά πρέπει να ερευνάται. Όχι με κραυγές. Όχι με συλλογική ενοχοποίηση. Αλλά με πραγματικούς ελέγχους, διαφάνεια και λογοδοσία.
Η βαριά σκιά της Novartis
Η συζήτηση αναπόφευκτα έφτασε και στην υπόθεση Novartis. Η κ. Μοσχούς ήταν προσεκτική: δήλωσε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και δεν μπορεί να μιλήσει ως αυτόπτης μάρτυρας ή ως ειδικός πάνω στη συγκεκριμένη δικογραφία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τη συζήτηση να ανοίξει το ευρύτερο θέμα: Πόσο καθαρές είναι τελικά οι σχέσεις μεταξύ φαρμακευτικής αγοράς, ιατρών και συστήματος Υγείας; Δεν χρειάζονται γενικεύσεις. Χρειάζονται απαντήσεις. Και αυτές τις απαντήσεις δεν μπορεί να τις δώσει ούτε ένας δημοσιογράφος ούτε ένας πολίτης από μόνος του. Οφείλουν να τις δώσουν οι αρμόδιοι ελεγκτικοί μηχανισμοί και, όπου απαιτείται, η Δικαιοσύνη. Γιατί όταν μιλάμε για φάρμακα, εξετάσεις και θεραπείες, δεν μιλάμε για ένα οποιοδήποτε προϊόν της αγοράς. Μιλάμε για ανθρώπινες ζωές.
Εργαστηριακοί γιατροί: «Δουλεύουμε και δεν πληρωνόμαστε»
Εξίσου εκρηκτικές ήταν οι καταγγελίες της κ. Μοσχούς για την οικονομική κατάσταση των εργαστηριακών γιατρών. Περιέγραψε ένα καθεστώς που, σύμφωνα με όσα υποστήριξε, λειτουργεί εδώ και περίπου 15 χρόνια και οδηγεί πολλούς επαγγελματίες σε οικονομική εξόντωση. Το κράτος διαθέτει κλειστό προϋπολογισμό για τις εξετάσεις. Οι ασθενείς παραπέμπονται στα ιδιωτικά εργαστήρια. Οι γιατροί εκτελούν τις εξετάσεις, πληρώνουν αντιδραστήρια, προσωπικό, εξοπλισμό, συντήρηση μηχανημάτων και λειτουργικά έξοδα. Και μετά; Σύμφωνα με την περιγραφή της, ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που αντιστοιχεί στις εξετάσεις επιστρέφεται μέσω του μηχανισμού clawback.
Με απλά ελληνικά:
Ο γιατρός εκτελεί μια υπηρεσία, αλλά δεν εισπράττει τελικά ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτή. Και εδώ προκύπτει μια τεράστια αντίφαση. Το ίδιο κράτος που ζητά από τον πολίτη να πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές εμφανίζεται, σύμφωνα με τις καταγγελίες του κλάδου, ανίκανο να εξασφαλίσει επαρκή χρηματοδότηση για τις εξετάσεις που το ίδιο συνταγογραφεί. Ποιος πληρώνει τελικά τη διαφορά; Ο γιατρός; Ο ασθενής; Ή και οι δύο;
Εξετάσεις χωρίς λόγο;
Ένα ακόμη σημείο της συνέντευξης προκαλεί προβληματισμό. Η κ. Μοσχούς μίλησε για αλόγιστη συνταγογράφηση εξετάσεων. Περιέγραψε περιπτώσεις όπου, κατά την άποψή της, γράφονται εξετάσεις χωρίς επαρκή διαγνωστική ένδειξη. Εάν αυτό συμβαίνει, τότε το αποτέλεσμα είναι διπλό. Από τη μία καταναλώνονται χρήματα από έναν ήδη περιορισμένο προϋπολογισμό. Από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα να καλυφθούν πραγματικά αναγκαίες εξετάσεις χρονίως πασχόντων ή άλλων ασθενών, το σύστημα βρίσκεται οικονομικά στριμωγμένο. Και το ερώτημα γίνεται αμείλικτο: Υπάρχουν θεραπευτικά και διαγνωστικά πρωτόκολλα; Εφαρμόζονται; Ποιος ελέγχει την εφαρμογή τους; Γιατί η οικονομία στην Υγεία δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της Υγείας. Αλλά ούτε και η σπατάλη μπορεί να παρουσιάζεται ως κοινωνική πολιτική.
Καταγγελίες για εργαστήρια χωρίς γιατρό.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα που έθεσε η κ. Μοσχούς σχετικά με τη λειτουργία βιοπαθολογικών εργαστηρίων. Όπως υποστήριξε, έχουν γίνει επανειλημμένες καταγγελίες για περιπτώσεις στις οποίες ένας γιατρός εμφανίζεται να καλύπτει περισσότερες από μία δομές, ακόμη και σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, χωρίς να μπορεί πρακτικά να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού. Αν τέτοιες περιπτώσεις επιβεβαιώνονται, το ερώτημα είναι στοιχειώδες: Ποιος έχει την επιστημονική ευθύνη τη στιγμή που πραγματοποιούνται οι εξετάσεις; Γιατί η εργαστηριακή ιατρική δεν είναι ένα χαρτί που βγαίνει από έναν εκτυπωτή. Πίσω από έναν αριθμό υπάρχει αξιολόγηση. Πίσω από την εξέταση υπάρχει ασθενής. Και πίσω από τον ασθενή μπορεί να υπάρχει μια διάγνωση που θα καθορίσει τη θεραπεία και, σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμη και τη ζωή του. Γιατροί και ασθενείς δεν είναι αντίπαλοι. Ίσως το σημαντικότερο σημείο της συζήτησης ήρθε προς το τέλος. Παρά την έντονη αντιπαράθεση που υπήρξε στον αέρα για τις αμοιβές των ιδιωτών γιατρών, τις καθυστερήσεις στα ραντεβού και την ταλαιπωρία των πολιτών, Σερέτης και Μοσχούς κατέληξαν σε ένα κοινό συμπέρασμα: Ο τίμιος γιατρός και ο ασθενής δεν είναι αντίπαλοι. Ο ασθενής που περιμένει μήνες για ένα ραντεβού υποφέρει. Ο εργαστηριακός γιατρός που υποστηρίζει ότι εκτελεί εξετάσεις χωρίς να αποζημιώνεται πλήρως επίσης ασφυκτιά. Ο νέος επιστήμονας που βλέπει ότι η ειδικότητά του δεν του εξασφαλίζει αξιοπρεπή επαγγελματική προοπτική κοιτάζει προς το εξωτερικό. Και στη μέση βρίσκεται ένα κράτος που οφείλει να εξασφαλίζει κανόνες, χρηματοδότηση, έλεγχο και ισότιμη πρόσβαση. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Το ερώτημα που μένει. Η εκπομπή δεν εξέδωσε δικαστική απόφαση. Έκανε κάτι που αποτελεί βασική αποστολή της δημοσιογραφίας: έθεσε ερωτήματα.
Υπάρχουν οικονομικές σχέσεις εταιρειών και γιατρών που πρέπει να ελεγχθούν; Υπάρχει υπερσυνταγογράφηση; Εφαρμόζονται σωστά τα θεραπευτικά πρωτόκολλα; Ελέγχονται πραγματικά όλα τα εργαστήρια; Γιατί οι εργαστηριακοί γιατροί καταγγέλλουν επί δεκαπέντε χρόνια οικονομική αφαίμαξη; Πού πηγαίνουν οι ασφαλιστικές εισφορές των πολιτών; Και τελικά ποιος προστατεύει τον ασθενή; Αυτά δεν είναι «αντισυστημικές θεωρίες». Είναι ερωτήματα που, όταν διατυπώνονται δημόσια από επαγγελματίες της Υγείας, απαιτούν θεσμικές απαντήσεις. Γιατί το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία δεν είναι να αποκαλυφθεί ένα πρόβλημα. Είναι να συνηθίσει το πρόβλημα. Να συνηθίσει την αδιαφάνεια. Να συνηθίσει την ταλαιπωρία. Να συνηθίσει το «δεν γίνεται τίποτα». Να συνηθίσει να πληρώνει και να σωπαίνει.
Η Υγεία όμως δεν είναι προνόμιο. Δεν είναι εμπόρευμα για λίγους. Και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο όπου ο πολίτης αναρωτιέται αν πίσω από μια εξέταση, ένα φάρμακο ή μια θεραπεία βρίσκεται αποκλειστικά η επιστημονική κρίση ή και κάποιο οικονομικό συμφέρον. Οι καταγγελίες πρέπει να ελέγχονται. Οι έντιμοι γιατροί πρέπει να προστατεύονται. Οι παρανομίες, όπου αποδεικνύονται, πρέπει να τιμωρούνται. Και πάνω απ’ όλα ο ασθενής πρέπει να ξέρει ότι όταν περνά την πόρτα ενός ιατρείου, ενός εργαστηρίου ή ενός νοσοκομείου, η ζωή του αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε ταμείο, οποιοδήποτε συμβόλαιο και οποιοδήποτε επιχειρηματικό συμφέρον.
Γιατί, όπως προκύπτει και από το μήνυμα με το οποίο έκλεισε η συζήτηση, η διαφθορά δεν μπορεί να βαφτίζεται «κανονικότητα». «Όταν η Υγεία γίνεται εμπόρευμα, ο ασθενής παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται πελάτης. Και τότε μια κοινωνία έχει ήδη αρχίσει να νοσεί.»




