Τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό του Μαΐου, δείχνουν ότι η στέγαση ακρίβυνε σε ένα χρόνο κατά 11,6%. Πρόκειται για ρυθμό υπερδιπλάσιο από τον εθνικό δείκτη τιμών καταναλωτή (5,2%) και σχεδόν τριπλάσιο από τον ρυθμό της (ονομαστικής) αύξησης των μισθών. Για παράδειγμα, πάλι με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το α’ τρίμηνο του 2026, οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αυξήθηκαν κατά 4,1%, περίπου όσο η ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού.
Παράλληλα με τα στοιχεία για τον πληθωρισμό, η ΕΛΣΤΑΤ δημοσίευσε μια σιβυλλική όσο και σημαδιακή ανακοίνωση, που αφορά αποκλειστικά τη στέγαση. Όπως ενημερώνει «η ΕΛΣΤΑΤ στο πλαίσιο των προσπαθειών της για τη βελτίωση της ακρίβειας των εκτιμήσεων που αφορούν το κόστος στέγασης, βρίσκεται στη διαδικασία εμπλουτισμού του υφιστάμενου στατιστικού μοντέλου με στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Έρευνα για το Εισόδημα και τις Συνθήκες Διαβίωσης των Νοικοκυριών της Χώρας».
Η ανακοίνωση δεν μας λέει με ποιον ακριβώς τρόπο θα εμπλουτιστεί το στατιστικό μοντέλο για το κόστος στέγασης, ούτε ποιες θα είναι οι συμπληρωματικές ερωτήσεις που θα κληθούν να απαντήσουν τα νοικοκυριά, από το 2026 και μετά. Επιφυλάσσεται να μας ενημερώσει για τις εξελίξεις στο θέμα «με την ολοκλήρωση των ανωτέρω εργασιών και σε συμμόρφωση με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Πρακτικής».
Όνειρο απατηλό η προσιτή στέγαση
Σε αναμονή σαφέστερης πληροφόρησης για το πώς ακριβώς αλλάζει το μοντέλο υπολογισμού του κόστους στέγασης στην Ελλάδα, ένα είναι σίγουρο: η ακρίβεια στη στέγαση έχει σημάνει συναγερμό στις στατιστικές υπηρεσίες και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η χώρα μας συνεχίζει να έχει μακράν το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρώπη, το υψηλότερο στεγαστικό κόστος σε αναλογία με το διαθέσιμο εισόδημα και το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που έχουν ληξιπρόθεσμες στεγαστικές οφειλές (ενοίκια, δόσεις δανείων, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας κ.λπ).
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι στη νέα έκθεση αξιολόγησης για την Ελλάδα, στο πλαίσιο του Εαρινού Πακέτου Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Κομισιόν αναφέρεται εκτεταμένα στο στεγαστικό ζήτημα, με όχι θετικά σχόλια. Παρά τα εύσημα που αποδίδει στη χώρα μας για τους ρυθμούς ανάπτυξης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι στον τομέα της στέγασης η κατάσταση για τα νοικοκυριά έχει χειροτερέψει.
Επί λέξει αναφέρει ότι «οι αυξήσεις των τιμών των κατοικιών και των ενοικίων ξεπέρασαν την αύξηση των εισοδημάτων και η οικονομική προσιτότητα της στέγασης έχει επιδεινωθεί».
Κάνει λόγο για «προκλήσεις στην αγορά κατοικιών», εξαιτίας του συνδυασμού υψηλής ζήτησης και υποτονικής κατασκευαστικής δραστηριότητας.
Οι τιμές κατοικίας πετάνε, οι μισθοί σέρνονται
Ο τυποποιημένος δείκτης τιμών κατοικιών προς εισόδημα (house price-to-income ratio) στην Ελλάδα αυξανόταν κατά 5% κατά μέσο όρο ετησίως την περίοδο 2022-2024. Η τάση αυτή έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου ο αντίστοιχος δείκτης κατέγραψε μέση μείωση -2,4%.
Ο συγκεκριμένος δείκτης μετρά την οικονομική προσιτότητα της κατοικίας (housing affordability), συγκρίνοντας το μέσο κόστος αγοράς ενός ακινήτου με το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα. Για την Ελλάδα, ο δείκτης βρίσκεται πάνω από τον ιστορικό του μέσο όρο, υποδεικνύοντας ότι τα σπίτια γίνονται ολοένα πιο απρόσιτα για το μέσο νοικοκυριό.
Σε βάθος δεκαετίας ο δείκτης τιμών κατοικιών προς το εισόδημα αυξήθηκε κατά 13% και οι τιμές κατοικίας αυξήθηκαν με έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς στην ΕΕ.
Ενοίκια στα ύψη
Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Πακέτου αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς ότι η κατάσταση με τα ενοίκια είναι εξόχως προβληματική. «Τα ενοίκια δεν υπόκεινται σε ρύθμιση και τα λίγα μέτρα που υποστηρίζουν τους ενοικιαστές έχουν περιορισμένο αντίκτυπο. Η παροχή κοινωνικής στέγασης σταμάτησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 και επί του παρόντος υπάρχουν λίγοι πάροχοι κοινωνικής στέγασης. Δεδομένων των αυξανόμενων προκλήσεων στον τομέα της στέγασης, η ευθύνη έχει ανατεθεί στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το οποίο επικουρείται από ένα διυπουργικό όργανο συντονισμού. Στο πλαίσιο του RRF, έχει αναπτυχθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τη στέγαση. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για ένα εθνικό παρατηρητήριο στέγασης προκειμένου να παρακολουθείται η κατάσταση στέγασης των ευάλωτων ομάδων», σημειώνεται σχετικά.
Πηγή:OT Οικονομικός Ταχυδρόμος


