Γράφει ο Γρηγόρης Σερέτης
Μέσα από τη συχνότητα του Focus FM 103,6 στη Θεσσαλονίκη και του ΜΑΧΗ FM 99,8 στην Αττική, η εκπομπή «Κόντρα στο Σύστημα», με τον Γρηγόρη Σερέτη, συνεχίζει να ανοίγει φακέλους που ενοχλούν, να φωτίζει ιστορικές πτυχές που συχνά παραμένουν στο περιθώριο και να θέτει ερωτήματα που δεν πρέπει να φοβάται κανένας ελεύθερος άνθρωπος. Αυτή τη φορά, με καλεσμένο τον Ιωάννη Αντωνόπουλο, η συζήτηση στράφηκε στον Ιωάννη Μεταξά, στο έπος του 1940, στις διπλωματικές κινήσεις που προηγήθηκαν της γερμανικής εισβολής και κυρίως στο τίμημα που πλήρωσε ο ελληνικός λαός.
Γιατί η Ιστορία δεν γράφτηκε μόνο στα διπλωματικά γραφεία, στα ανάκτορα και στα στρατιωτικά επιτελεία. Γράφτηκε πάνω στο χιόνι της Πίνδου. Με αίμα. Με ακρωτηριασμένα πόδια. Με παγωμένα χέρια που κρατούσαν τουφέκια. Με μάνες που περίμεναν παιδιά τα οποία δεν γύρισαν ποτέ. Και πάνω απ’ όλα, γράφτηκε από έναν λαό που απέδειξε ότι η δύναμη της ψυχής μπορεί να ανατρέψει τους υπολογισμούς των ισχυρών.
Όμως άλλο πράγμα ο ηρωισμός του λαού και άλλο οι αποφάσεις εκείνων που διαχειρίζονταν την τύχη του. Αυτή είναι η μεγάλη διάκριση που αναδείχθηκε στη συζήτηση. Μια διάκριση που αξίζει να εξετάσουμε χωρίς φόβο, χωρίς κομματικές παρωπίδες, χωρίς αγιογραφίες αλλά και χωρίς να επιτρέψουμε σε κανέναν να αμφισβητήσει το μεγαλείο της ελληνικής αντίστασης.
ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΧΩΡΙΣ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ
Υπάρχουν εικόνες από το 1940 που δεν χρειάζονται ούτε πολιτική ανάλυση ούτε ιστορικά υπομνήματα για να συγκλονίσουν. Είκοσι χρονών παιδιά να ανεβαίνουν στα βουνά της Ηπείρου, μέσα στο χιόνι, με παπούτσια που είχαν διαλυθεί από τις ατελείωτες πορείες. Στρατιώτες να τυλίγουν τα πόδια τους με κάλτσες και πρόχειρα υλικά, προσπαθώντας να προστατευθούν από το κρύο. Νέοι άνθρωποι να διασχίζουν παγωμένα ποτάμια, να κοιμούνται στην ύπαιθρο, να μένουν νηστικοί και να συνεχίζουν να πολεμούν.
Στην εκπομπή παρουσιάστηκαν μαρτυρίες για τις απάνθρωπες συνθήκες του μετώπου, για τα κρυοπαγήματα, τις μολύνσεις και τους ακρωτηριασμούς. Ακούστηκαν επίσης αριθμητικές εκτιμήσεις για την έκταση αυτών των τραυματισμών, οι οποίες χρειάζονται ιστορική τεκμηρίωση προτού αντιμετωπιστούν ως οριστικά στοιχεία. Όμως η ουσία δεν αλλάζει. Η Ελλάδα δεν πολέμησε με τις ανέσεις μιας μεγάλης βιομηχανικής δύναμης. Πολέμησε με ό,τι διέθετε και, κυρίως, με ανθρώπους που ξεπέρασαν τα όρια της αντοχής τους. Οι Ιταλοί διέθεταν σημαντική υπεροχή σε εξοπλισμό και αεροπορική ισχύ. Ο ελληνικός στρατός στηριζόταν σε δύσκολες γραμμές ανεφοδιασμού, σε μεταγωγικά ζώα και στην αυτοθυσία χιλιάδων στρατιωτών και αξιωματικών. Στη συζήτηση έγινε ιδιαίτερη αναφορά στα μουλάρια που μετέφεραν πυρομαχικά και τρόφιμα, στους στρατιώτες που έφταναν εξαντλημένοι στις θέσεις τους και στους τραυματίες που πλήρωσαν τον πόλεμο με μόνιμες αναπηρίες. Αυτούς τους ανθρώπους οφείλουμε να θυμόμαστε. Όχι μόνο στις παρελάσεις. Όχι μόνο όταν ακούγονται εμβατήρια. Αλλά κάθε φορά που συζητούμε ποιος αποφασίζει για έναν πόλεμο και ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό.
ΤΟ «ΟΧΙ» ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΛΕΞΗ
Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί κορυφαία στιγμή της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Η φασιστική Ιταλία απαίτησε ουσιαστικά την παραχώρηση ελληνικού εδάφους και στρατηγικών θέσεων. Ο Ιωάννης Μεταξάς απέρριψε το ιταλικό τελεσίγραφο. Η απάντησή του εξέφρασε την άρνηση υποταγής της Ελλάδας. Και ο ελληνικός λαός μετέτρεψε αυτή την άρνηση σε πραγματική αντίσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ιστορική αξιολόγηση του Μεταξά τελειώνει εκεί. Ο Μεταξάς υπήρξε δικτάτορας. Κατάργησε κοινοβουλευτικές ελευθερίες, επέβαλε λογοκρισία και χρησιμοποίησε μηχανισμούς πολιτικής καταστολής. Παράλληλα, ως στρατιωτικός και κυβερνήτης, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία και στη διαχείριση της χώρας κατά την κρίσιμη περίοδο.
Η Ιστορία δεν υπηρετείται όταν αποκρύπτουμε τη μία πλευρά για να εξυμνήσουμε την άλλη. Και το σημαντικότερο: η εποποιία του 1940 δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν ηγέτη. Ανήκει στον ελληνικό λαό, στους στρατιώτες, στους αξιωματικούς, στις γυναίκες της Πίνδου και σε όσους αντιστάθηκαν στην εισβολή. Αυτό το μεγαλείο δεν μπορεί να το ιδιοποιηθεί ούτε ένα καθεστώς ούτε μια πολιτική παράταξη.
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΡΑΤΗ
Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της συζήτησης με τον Ιωάννη Αντωνόπουλο αφορούσε τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας. Ποια ήταν τα πραγματικά βρετανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο; Πόσο σημαντική ήταν η Ελλάδα στον στρατηγικό σχεδιασμό του Λονδίνου; Και γιατί η Τουρκία κατείχε τόσο κεντρική θέση στις βρετανικές επιδιώξεις;
Η απάντηση απαιτεί να δούμε τον χάρτη της εποχής. Η Βρετανική Αυτοκρατορία ενδιαφερόταν για τη διατήρηση των θαλάσσιων οδών, την προστασία της Αιγύπτου, την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και την αποτροπή επέκτασης της επιρροής του Άξονα. Η Τουρκία, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των Στενών, αποτελούσε κρίσιμο παράγοντα αυτής της στρατηγικής.
Στην εκπομπή παρουσιάστηκε απόσπασμα που αποδόθηκε σε συνομιλία του Μεταξά με τον Βρετανό πρεσβευτή το 1938. Σύμφωνα με το απόσπασμα, ο Έλληνας κυβερνήτης επισήμαινε ότι η Βρετανία αναγνώριζε τη στρατηγική αξία της Ελλάδας, χωρίς να προσφέρει την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη που εκείνος ζητούσε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αξίζει να διασταυρωθεί με τα πρωτότυπα διπλωματικά αρχεία. Το ερώτημα, πάντως, είναι απολύτως θεμιτό. Όταν μια μεγάλη δύναμη ζητά από ένα μικρότερο κράτος να αντέξει απέναντι σε έναν ισχυρό εχθρό, ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνει απέναντί του; Δεν αρκούν οι διπλωματικές φιλοφρονήσεις. Δεν αρκούν τα συγχαρητήρια για τη γενναιότητα. Ο στρατιώτης που παγώνει στο μέτωπο χρειάζεται παπούτσια, πυρομαχικά, τρόφιμα, αεροπορική κάλυψη και πραγματική στρατιωτική υποστήριξη. Και όταν αυτή η υποστήριξη αποδεικνύεται ανεπαρκής, η κριτική δεν αποτελεί ασέβεια προς τους συμμάχους. Αποτελεί υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους που θυσιάστηκαν.
Η ΤΟΥΡΚΙΑ, ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ
Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος επέμεινε ιδιαίτερα στη διαφορετική αντιμετώπιση Ελλάδας και Τουρκίας από τη βρετανική διπλωματία. Υποστήριξε ότι η διατήρηση της Τουρκίας εκτός του πολέμου και η προστασία των Στενών είχαν για τους Βρετανούς εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Αυτό το στρατηγικό ενδιαφέρον είναι ιστορικά αναγνωρίσιμο. Δεν αρκεί όμως από μόνο του για να αποδείξει ότι η Βρετανία σχεδίασε την καταστροφή της Ελλάδας ή ότι επιδίωξε συνειδητά να τη θυσιάσει. Τέτοιες βαρύτατες κατηγορίες απαιτούν συγκεκριμένα τεκμήρια. Αλλά δεν χρειάζεται να αποδεχθεί κανείς κάθε ερμηνεία για να θέσει το ουσιώδες ερώτημα: Πόσο ανεξάρτητη ήταν η ελληνική εξωτερική πολιτική όταν οι αποφάσεις της συνδέονταν τόσο στενά με τις επιδιώξεις του Λονδίνου και του βασιλιά Γεωργίου Β΄;
Η Ελλάδα βρισκόταν σε μια εξαιρετικά δυσμενή γεωπολιτική θέση. Από τη μία πλευρά, η επεκτατική πολιτική του Μουσολίνι και η στρατιωτική ισχύς της ναζιστικής Γερμανίας. Από την άλλη, η ανάγκη συνεργασίας με τη Βρετανία, μια δύναμη που είχε τις δικές της προτεραιότητες και περιορισμούς. Ανάμεσα σε αυτά, ένας λαός που είχε ακόμη νωπές τις πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ένας λαός που είχε ήδη πληρώσει ακριβά τις συγκρούσεις και τις επιλογές προηγούμενων δεκαετιών. Και που καλούνταν ξανά να δώσει το αίμα του.
Ο ΜΕΤΑΞΑΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Στη συζήτηση αναδείχθηκε και ο ρόλος του βασιλιά Γεωργίου Β΄.
Ο Μεταξάς δεν ήταν ένας ηγέτης που είχε αποκτήσει την εξουσία μέσα από ευρεία λαϊκή εκλογική υποστήριξη. Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων είχε περιορισμένη κοινοβουλευτική δύναμη. Η ανάδειξή του στην πρωθυπουργία το 1936 και η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου συνδέθηκαν καθοριστικά με τη στήριξη του βασιλιά. Ο Γεώργιος Β΄, με τη σειρά του, διατηρούσε στενούς δεσμούς με τη Μεγάλη Βρετανία.
Ο Αντωνόπουλος περιέγραψε ένα σύστημα εξουσίας στο οποίο ο θρόνος, η στρατιωτική ηγεσία και οι βρετανικές διπλωματικές επιδιώξεις επηρέαζαν τις ελληνικές αποφάσεις. Η ερμηνεία αυτή χρειάζεται προσεκτική ιστορική εξέταση, ιδιαίτερα όταν αποδίδει συγκεκριμένες προθέσεις σε ξένες κυβερνήσεις. Ωστόσο, το γεγονός ότι η χώρα κυβερνιόταν χωρίς δημοκρατικό έλεγχο γεννά ένα κρίσιμο ζήτημα.Ποιος αποφάσιζε για την τύχη εκατομμυρίων Ελλήνων; Ποιος αξιολογούσε τις στρατιωτικές δυνατότητες; Ποιος έκρινε μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η ελληνική αντίσταση; Και ποιος λογοδοτούσε για τις συνέπειες; Η έλλειψη κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν ήταν μια ασήμαντη θεσμική λεπτομέρεια. Ήταν ένα πραγματικό πρόβλημα στη λειτουργία της εξουσίας.
ΟΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΟΥΝ ΕΡΕΥΝΑ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η αναφορά στις προσπάθειες διπλωματικής διερεύνησης μιας πιθανής διευθέτησης κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1940-1941.
Μετά τις ελληνικές επιτυχίες στην Αλβανία, το μέτωπο σταδιακά σταθεροποιήθηκε. Ο ελληνικός στρατός είχε επιτύχει κάτι που ελάχιστοι θεωρούσαν πιθανό. Είχε αποκρούσει την ιταλική εισβολή και είχε προχωρήσει σε εδάφη που βρίσκονταν υπό ιταλικό έλεγχο στην Αλβανία. Όμως οι επιχειρησιακές δυνατότητες δεν ήταν απεριόριστες. Οι κακουχίες, οι απώλειες και τα προβλήματα ανεφοδιασμού είχαν βαρύτατες συνέπειες. Την ίδια στιγμή, η προοπτική γερμανικής επέμβασης γινόταν ολοένα πιο απειλητική.
Στην εκπομπή έγινε αναφορά σε διπλωματικές επαφές και πρόσωπα που φέρονται να εξέτασαν δυνατότητες μεσολάβησης, μεταξύ των οποίων ο Πεσμαζόγλου, ο Ραγκαβής και γερμανικοί διπλωματικοί κύκλοι. Αυτές οι αναφορές αποτελούν ενδιαφέρον πεδίο ιστορικής έρευνας. Δεν αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι υπήρχε εξασφαλισμένη ειρηνική λύση την οποία η Ελλάδα απέρριψε. Ούτε μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι θα τηρούσαν οποιαδήποτε συμφωνία. Η προηγούμενη συμπεριφορά των καθεστώτων τους στην Ευρώπη δεν επιτρέπει τέτοια βεβαιότητα. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την ανάγκη να εξεταστούν οι διπλωματικές επιλογές της εποχής.
Η Ιστορία οφείλει να ερευνά και τις αποφάσεις που ελήφθησαν και τις εναλλακτικές που συζητήθηκαν.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ
Στις 6 Απριλίου 1941 η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Ελλάδα. Ακολούθησε μια ακόμη συγκλονιστική σελίδα της ελληνικής αντίστασης. Οι υπερασπιστές των οχυρών της Μακεδονίας και της Θράκης πολέμησαν απέναντι σε μια πανίσχυρη πολεμική μηχανή. Στη Γραμμή Μεταξά, Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες αντιστάθηκαν με αποφασιστικότητα. Η γερμανική προέλαση μέσω της Γιουγκοσλαβίας επέτρεψε την παράκαμψη σημαντικών ελληνικών αμυντικών θέσεων. Η στρατηγική κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία. Και ενώ οι στρατιώτες πολεμούσαν στα οχυρά, άλλοι Έλληνες βρίσκονταν ακόμη στο αλβανικό μέτωπο, εξαντλημένοι από μήνες πολέμου. Η χώρα αντιμετώπιζε πλέον μια στρατιωτική πραγματικότητα που ξεπερνούσε τις δυνατότητές της. Εδώ ακριβώς πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Τη στρατιωτική ήττα από την ηθική ήττα.
Η Ελλάδα ηττήθηκε στρατιωτικά από τη γερμανική εισβολή. Δεν ηττήθηκε όμως στην αξιοπρέπεια, στην αντίσταση και στην ιστορική της παρακαταθήκη. Αυτό είναι το μεγαλείο του 1940-1941. Και αυτό δεν χρειάζεται υπερβολές για να αποδειχθεί.
Η ΚΑΤΟΧΗ: ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ
Όταν μιλάμε για το 1940, συχνά στεκόμαστε δικαιολογημένα στις νίκες. Στην Πίνδο. Στην Κορυτσά. Στη Χειμάρρα. Στην Κλεισούρα. Στο ύψωμα 731.
Αλλά η συνέχεια ήταν εφιαλτική.
Η γερμανική εισβολή, η Κατοχή, ο λιμός, οι εκτελέσεις, τα ολοκαυτώματα, οι καταστροφές χωριών και η εξόντωση ελληνικών εβραϊκών κοινοτήτων άφησαν πληγές που σημάδεψαν τη χώρα για δεκαετίες. Ο ελληνικός λαός δεν πλήρωσε μόνο στο μέτωπο. Πλήρωσε και μέσα στα σπίτια του. Στις ουρές για λίγο ψωμί. Στους δρόμους της Αθήνας όπου άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα. Στα χωριά που πυρπολήθηκαν. Στις οικογένειες που έχασαν τους δικούς τους.
Στην εκπομπή έγινε ιδιαίτερη αναφορά στους στρατιώτες που επέστρεφαν από το μέτωπο, συχνά τραυματισμένοι και χωρίς επαρκή μέσα για να φτάσουν στον τόπο τους. Αυτή η ανθρώπινη διάσταση της Ιστορίας αξίζει μεγαλύτερη προσοχή. Γιατί ο πόλεμος δεν τελειώνει για τον στρατιώτη όταν σταματούν οι μάχες. Μπορεί να συνεχίζεται για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Στο ακρωτηριασμένο σώμα του. Στη φτώχεια του. Στις αναμνήσεις του. Στην οικογένεια που προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια της. Και γι’ αυτό, κάθε συζήτηση για τις πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις εκείνης της περιόδου πρέπει να ξεκινά από τον σεβασμό σε αυτούς τους ανθρώπους.
Ο ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία της συζήτησης αφορούσε τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά, στις 29 Ιανουαρίου 1941.
Ο Μεταξάς πέθανε σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή, ενώ ο πόλεμος με την Ιταλία συνεχιζόταν και η απειλή της γερμανικής επέμβασης μεγάλωνε. Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος έθεσε ερωτήματα σχετικά με την ασθένεια, την ιατρική αντιμετώπιση και τις συνθήκες του θανάτου του. Αναφέρθηκε ακόμη σε υποψίες και σενάρια που έχουν διατυπωθεί για πιθανή ξένη εμπλοκή. Εδώ όμως χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση: δεν υπάρχουν επαρκή αποδεδειγμένα στοιχεία που να επιτρέπουν να παρουσιάσουμε τον θάνατο του Μεταξά ως δολοφονία. Η ιστορικά καταγεγραμμένη εξήγηση συνδέεται με σοβαρή λοίμωξη και τις επιπλοκές της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η έρευνα. Σημαίνει ότι άλλο πράγμα είναι να εξετάζουμε μια ιστορική υπόθεση και άλλο να τη μετατρέπουμε σε βεβαιότητα. Η κριτική σκέψη δεν χρειάζεται κατασκευασμένες αποδείξεις. Χρειάζεται έγγραφα, μαρτυρίες και προσεκτική αξιολόγηση.
ΤΟ ΥΨΩΜΑ 731 ΚΑΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΤΣΙΟΣ
Υπάρχουν ονόματα και τόποι που πρέπει να παραμένουν ανεξίτηλα στην εθνική μνήμη. Το ύψωμα 731 είναι ένας από αυτούς. Τον Μάρτιο του 1941, κατά την εαρινή επίθεση των Ιταλών, οι ελληνικές δυνάμεις αντιμετώπισαν σφοδρότατους βομβαρδισμούς και επανειλημμένες επιθέσεις. Κι όμως, άντεξαν. Οι υπερασπιστές του υψώματος απέδειξαν ότι η αποφασιστικότητα ενός στρατού μπορεί να ακυρώσει ακόμη και τη συντριπτική ισχύ πυρός του αντιπάλου.
Στην εκπομπή αναφέρθηκε επίσης ο Δημήτρης Ίτσιος, ο Έλληνας ήρωας που συνδέθηκε με την αντίσταση κατά τη γερμανική εισβολή στην περιοχή των Σερρών. Η δράση του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσωπικής γενναιότητας που επέδειξαν οι υπερασπιστές της Μακεδονίας. Αυτοί είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της ελληνικής Ιστορίας. Όχι εκείνοι που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις από ασφαλή γραφεία. Αλλά εκείνοι που βρέθηκαν απέναντι στα πολυβόλα, στα πυροβόλα και στα άρματα μάχης. Και αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΤΙ ΜΑΘΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟ 1940;
Ογδόντα έξι χρόνια μετά, η συζήτηση για το 1940 δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές ομιλίες. Ούτε σε εύκολα συνθήματα. Ούτε σε διαγωνισμούς πατριωτισμού.
Η μεγαλύτερη τιμή προς τους ανθρώπους εκείνης της γενιάς είναι να μελετήσουμε σοβαρά τις συνθήκες μέσα στις οποίες πολέμησαν. Να αναγνωρίσουμε τις θυσίες τους. Να εξετάσουμε τις αποφάσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Να αναζητήσουμε τις ευθύνες όπου υπάρχουν. Και να καταλάβουμε ότι η εθνική ανεξαρτησία δεν διασφαλίζεται μόνο με ηρωισμό. Χρειάζεται προετοιμασία. Χρειάζεται οικονομική αντοχή. Χρειάζεται στρατιωτική επάρκεια. Χρειάζεται διπλωματία που γνωρίζει πότε να συνεργάζεται, πότε να διεκδικεί και πότε να αρνείται. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται πολιτική ηγεσία που δεν αντιμετωπίζει τον λαό ως αναλώσιμο μέγεθος. Η Ελλάδα του 1940 απέδειξε ότι μπορεί να αντισταθεί σε έναν ισχυρότερο εισβολέα.
Η Ελλάδα του σήμερα οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της χωρίς να επαναλαμβάνει τα λάθη του παρελθόντος. Γιατί οι συμμαχίες είναι αναγκαίες, αλλά δεν αποτελούν λευκή επιταγή. Οι μεγάλες δυνάμεις έχουν συμφέροντα. Η Ελλάδα έχει δικαιώματα. Και ο ελληνικός λαός έχει μνήμη. Αυτή η μνήμη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καλλιεργεί μίσος απέναντι σε άλλους λαούς. Πρέπει να μας κάνει σοφότερους, ισχυρότερους και περισσότερο απαιτητικούς απέναντι σε όσους διαχειρίζονται το μέλλον της πατρίδας.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΝΕΝΟΣ!
Το έπος του 1940 δεν χρειάζεται προστάτες. Δεν χρειάζεται πολιτικούς που θα το χρησιμοποιήσουν για να αποκτήσουν πρόσκαιρη δημοσιότητα. Δεν χρειάζεται ιστορικές υπερβολές. Και ασφαλώς δεν χρειάζεται να αποκρύπτουμε δυσάρεστα γεγονότα για να διατηρήσουμε μια βολική εικόνα του παρελθόντος. Χρειάζεται αλήθεια. Χρειάζεται σεβασμό. Χρειάζεται γνώση. Οι Έλληνες του 1940 δεν πολέμησαν για να γίνουν αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Πολέμησαν γιατί η πατρίδα τους δέχθηκε επίθεση. Πολέμησαν για τα σπίτια τους. Για τις οικογένειές τους. Για την ελευθερία τους. Και έγραψαν μία από τις λαμπρότερες σελίδες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Η συζήτηση με τον Ιωάννη Αντωνόπουλο ανέδειξε σκληρά ερωτήματα για τον Μεταξά, τον βασιλιά, τη βρετανική πολιτική και τις διπλωματικές επιλογές της περιόδου. Ορισμένες από τις απόψεις που διατυπώθηκαν είναι ερμηνείες που απαιτούν περαιτέρω τεκμηρίωση. Άλλες αναδεικνύουν πραγματικά ιστορικά διλήμματα. Όλες όμως μας υπενθυμίζουν πόσο σημαντικό είναι να μην αντιμετωπίζουμε την Ιστορία ως ένα κλειστό βιβλίο που απαγορεύεται να ξανανοίξει. Γιατί ο πατριωτισμός δεν φοβάται την ιστορική έρευνα. Ούτε η ιστορική έρευνα μειώνει τον πατριωτισμό. Και όταν κάποιος ρωτά ποιοι πήραν τις αποφάσεις, ποια συμφέροντα εξυπηρετήθηκαν και ποιοι πλήρωσαν το τίμημα, δεν προσβάλλει τους ήρωες. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι η θυσία τους αξίζει κάτι περισσότερο από μια τυπική κατάθεση στεφάνου. Αξίζει την αλήθεια.
Ας μην ξεχνάμε λοιπόν ποτέ εκείνους τους νέους που ανέβηκαν στα παγωμένα βουνά, πολλές φορές χωρίς επαρκή εξοπλισμό, και στάθηκαν απέναντι σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Ας μη λησμονούμε τις μάνες που μαυροφόρεσαν. Τα παιδιά που ορφάνεψαν. Τους ανάπηρους πολέμου που έζησαν με τα σημάδια της θυσίας τους. Και ας έχουμε το θάρρος να εξετάζουμε τις πράξεις όλων όσοι κρατούσαν στα χέρια τους την τύχη της χώρας. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι πιόνι κανενός. Δεν είναι αναλώσιμη. Δεν είναι ένα τετραγωνάκι πάνω στον χάρτη των ισχυρών. Είναι μια πατρίδα με Ιστορία, με ανθρώπους, με θυσίες και με δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της.
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 1940!
ΚΑΙ ΜΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ: ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΠΟΤΕ Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΞΕΝΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ!



