Στην εκπομπή του Γρηγόρη Σερέτη, που μεταδίδεται από τον Focus FM 103,6 και τον ΜΑΧΗ FM 99,8 – τα μόνα πατριωτικά ραδιόφωνα – άνοιξε μια συζήτηση που αγγίζει ίσως ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα της εποχής μας: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ψηφιοποίηση της καθημερινότητας και πού τελειώνει η ευκολία και αρχίζει ο κίνδυνος για την ιδιωτικότητα και την ελευθερία του πολίτη;
Ο τραπεζικός που συνομίλησε με τον Γρηγόρη Σερέτη παρουσίασε μια εξαιρετικά σκοτεινή εκδοχή του μέλλοντος. Μίλησε για ψηφιακές ταυτότητες, βιομετρικά δεδομένα, τεχνητή νοημοσύνη, περιορισμό των μετρητών και για ένα σύστημα στο οποίο, κατά την εκτίμησή του, η πρόσβαση του ανθρώπου στην οικονομική και κοινωνική ζωή θα μπορούσε κάποτε να εξαρτάται από την ψηφιακή του ταυτοποίηση. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης. Γιατί δεν χρειάζεται κάποιος να αποδεχθεί κάθε πρόβλεψη που ακούστηκε στην εκπομπή για να θέσει ένα απολύτως νόμιμο και κρίσιμο ερώτημα: Ποιος θα ελέγχει τελικά τον ελεγκτή;
Η ψηφιακή μετάβαση είναι πραγματικότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει το πλαίσιο για το European Digital Identity Wallet και τα κράτη-μέλη οφείλουν να διαθέσουν τουλάχιστον ένα ευρωπαϊκό ψηφιακό πορτοφόλι ταυτότητας έως το τέλος του 2026. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όσα περιγράφηκαν στη συνέντευξη αποτελούν ήδη θεσπισμένη πραγματικότητα.
Αντιθέτως, το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφέρει ρητά ότι η χρήση του ευρωπαϊκού ψηφιακού πορτοφολιού είναι εθελοντική και ότι όποιος δεν το χρησιμοποιεί δεν πρέπει γι’ αυτόν τον λόγο να στερείται ή να δυσκολεύεται στην πρόσβαση σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, στην αγορά εργασίας ή στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό είναι το γράμμα του νόμου σήμερα. Το πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα, όμως, παραμένει: θα παραμείνει έτσι και στην πράξη;
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ
Στη συζήτηση τέθηκε ιδιαίτερα το ζήτημα των βιομετρικών δεδομένων.
Ο καλεσμένος υποστήριξε ότι η σύνδεση ταυτότητας, οικονομικών συναλλαγών και βιομετρικών χαρακτηριστικών θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά ισχυρό πλέγμα παρακολούθησης. Και εδώ χρειάζεται σοβαρότητα. Ένας κωδικός αλλάζει. Ένας κωδικός πρόσβασης ακυρώνεται. Ένα βιομετρικό χαρακτηριστικό, όμως, δεν αντικαθίσταται τόσο απλά.
Το ίδιο το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο αναγνωρίζει τη σημασία της προστασίας αυτών των δεδομένων και προβλέπει, μεταξύ άλλων, έλεγχο του χρήστη πάνω στα δεδομένα του, περιορισμούς στην παρακολούθηση της συμπεριφοράς και απαιτήσεις ασφαλείας. Ακριβώς γι’ αυτό η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο «είναι πιο βολικό». Η τεχνολογία δεν είναι πολιτική από μόνη της. Το ζήτημα είναι ποιος τη χρησιμοποιεί, με ποιες εγγυήσεις, με ποια όρια και με ποιον πραγματικό έλεγχο.
ΤΑ ΜΕΤΡΗΤΑ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ
Ένα από τα πιο έντονα σημεία της εκπομπής ήταν η υπεράσπιση των μετρητών.
Ο καλεσμένος επισήμανε ότι μια συναλλαγή με φυσικό χρήμα δεν δημιουργεί αυτομάτως το ίδιο ψηφιακό ίχνος με μια ηλεκτρονική πληρωμή. Ένα χαρτονόμισμα περνά από το ένα χέρι στο άλλο χωρίς να χρειάζεται τράπεζα, εφαρμογή ή ηλεκτρονικός μεσάζων.
Αυτό είναι ένα ζήτημα που ξεπερνά τη νοσταλγία για το χαρτονόμισμα. Αφορά την οικονομική ιδιωτικότητα. Αφορά το κατά πόσο κάθε μικρή πράξη της καθημερινότητάς μας πρέπει να μετατρέπεται σε δεδομένο. Τι αγοράσαμε. Πού αγοράσαμε. Πότε αγοράσαμε. Πόσο πληρώσαμε. Με ποιον συναλλασσόμαστε. Το γεγονός ότι η ψηφιακή πληρωμή είναι γρήγορη δεν εξαφανίζει το ερώτημα της ιδιωτικότητας.
Ο ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ
Ακόμη πιο κρίσιμη ήταν η αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ο καλεσμένος περιέγραψε τον κίνδυνο ενός κόσμου στον οποίο αλγόριθμοι θα αξιολογούν πολίτες με βάση οικονομικές και συμπεριφορικές πληροφορίες, φτάνοντας σε ένα δυστοπικό σενάριο αυτοματοποιημένου κοινωνικού αποκλεισμού. Δεν προκύπτει από το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο για το EUDI Wallet ότι θεσπίζεται ένα τέτοιο «social credit» σύστημα. Αλλά το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει επίκαιρο: Πόση εξουσία είμαστε διατεθειμένοι να παραδώσουμε σε έναν αλγόριθμο;
Γιατί ένας αλγόριθμος μπορεί να είναι γρήγορος. Μπορεί να επεξεργάζεται εκατομμύρια δεδομένα. Μπορεί να εντοπίζει μοτίβα που ο άνθρωπος δεν βλέπει. Δεν σημαίνει όμως ότι είναι αλάνθαστος. Και όταν μια αυτοματοποιημένη απόφαση επηρεάζει χρήματα, εργασία, ασφάλιση, δανεισμό ή πρόσβαση σε μια υπηρεσία, ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει γιατί ελήφθη και να διαθέτει πραγματική δυνατότητα αμφισβήτησής της.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΓΙΔΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ
Ίσως η ισχυρότερη εικόνα της συζήτησης ήταν εκείνη του «βατράχου που βράζει». Όχι επειδή αποτελεί επιστημονικό επιχείρημα, αλλά επειδή περιγράφει έναν πολιτικό φόβο: ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται πάντοτε με θόρυβο. Έρχονται λίγο-λίγο. Μία εφαρμογή σήμερα. Μία ηλεκτρονική υπηρεσία αύριο. Μία νέα επαλήθευση μεθαύριο. Και κάτι που κάποτε θα προκαλούσε τεράστια συζήτηση μπορεί, έπειτα από μερικά χρόνια, να θεωρείται αυτονόητο.
Η Ευρώπη υποστηρίζει ότι το δικό της μοντέλο ψηφιακής ταυτότητας σχεδιάζεται ακριβώς με εγγυήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων, εθελοντική χρήση και έλεγχο από τον ίδιο τον πολίτη. Αυτό ακριβώς πρέπει να κρίνεται διαρκώς στην πράξη. Όχι με τυφλή τεχνοφοβία. Αλλά ούτε και με τυφλή εμπιστοσύνη.
Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Στο τέλος της συζήτησης, ο Γρηγόρης Σερέτης και ο συνομιλητής του κατέληξαν στην έννοια της ανθρώπινης αλληλεγγύης και της ενότητας ως απάντηση στον φόβο μιας κοινωνίας όπου οι ανθρώπινες σχέσεις αντικαθίστανται από μηχανισμούς και αυτοματοποιημένες αποφάσεις. Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα.
Η ψηφιοποίηση δεν είναι από μόνη της ούτε σωτηρία ούτε καταδίκη. Είναι εργαλείο. Και κανένα εργαλείο δεν πρέπει να αποκτήσει περισσότερη εξουσία από εκείνον που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Ο πολίτης δικαιούται να απαιτεί σαφείς απαντήσεις: Ποια δεδομένα συλλέγονται; Πού αποθηκεύονται; Ποιος τα βλέπει; Για πόσο χρόνο; Μπορεί να αρνηθεί; Υπάρχει πραγματική εναλλακτική; Μπορεί να διορθώσει ένα λάθος; Μπορεί να συνεχίσει να ζει φυσιολογικά χωρίς να παραδώσει περισσότερα προσωπικά δεδομένα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα; Αυτές δεν είναι ερωτήσεις «συνωμοσιολόγων». Είναι ερωτήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας που μπαίνει με ταχύτητα σε μια νέα ψηφιακή εποχή. Γιατί η πρόοδος έχει αξία μόνο όταν μεγαλώνει την ελευθερία του ανθρώπου — όχι όταν μεγαλώνει απλώς τη δύναμη εκείνου που κρατά τα δεδομένα του.
Και όπως θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία φράση:
«Η τεχνολογία είναι υπηρέτης όταν την ελέγχει ο άνθρωπος· γίνεται αφέντης όταν ο άνθρωπος ξεχνά να ρωτά ποιος την ελέγχει.»



